Ταξίδι στο Μαίναλο

Το τρίτο Σαββατοκύριακο του Μαΐου ήταν γεμάτο ποδηλατικούς αγώνες σε όλη την Ελλάδα. Έτσι είναι το ελληνικό καλεντάρι. Θυμίζει πολύ τη ρουτίνα σε μια αποθήκη εμπορευμάτων. Τη μια στιγμή όλοι ψάχνουν γωνία να σκρολάρουν στο facebook ανενόχλητοι και την επόμενη τρέχουν πανικόβλητοι να ξεφορτώσουν τρεις παραλαβές φορτηγών. Άλλωστε, ακόμα και το πανελλήνιο πρωτάθλημα στο ελληνικό καλεντάρι είναι μόνο μια “φήμη” μέχρι να ζεσταθεί καλά ο Ιούνιος και να μας ανακοινώσουν που θα πάθουμε τη φετινή μας ηλίαση.

Εύκολα χάνει κανείς το κίνητρό του σε τέτοιες συνθήκες, όταν η ζωή του επιτάσσει διάφορες κοινωνικές και εργασιακές υποχρεώσεις. Δυστυχώς, το κίνητρο είναι το μόνο στοιχείο που δεν μπορεί να μετρηθεί σε μια εργομέτρηση. Τη μια στιγμή το έχεις, την επόμενη βάζεις για πούλημα τους καινούργιους τροχούς σου.

Τρεις τέτοιοι τύποι, που για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, έχασαν την αγωνιστική τους ετοιμότητα, οργάνωσαν αυτό το ποδηλατικό διήμερο “επανένταξης” που είχε λιγότερο προπονητικό και περισσότερο εξερευνητικό χαρακτήρα, σε ρυθμό “άι σιχτήρ όλο πατάς σήμερα”.

Πάντα στο πίσω κάθισμα, ο Κωνσταντίνος ταξιδεύει «αγκαλιά» με το αγαπημένο του Diamante.
Μπροστά, η Μάγια παρακολουθεί με προσήλωση τα χέρια του Γιώργου μήπως και πέσει από εκεί τίποτα νόστιμο.
Μπροστά, η Μάγια παρακολουθεί με προσήλωση τα χέρια του Γιώργου μήπως και πέσει από εκεί τίποτα νόστιμο.

Όπως λέει και το ρητό, “κανένας δρόμος δεν είναι μακρύς συντροφιά με ένα φίλο”. Το πρωί του Σαββάτου, φορτώσαμε το Terios με τρία ποδήλατα και δυο αλλαξιές ρούχα και ροκανίσαμε τα 223 χιλιόμετρα ως τα Τρόπαια Αρκαδίας, τα οποία θα αποτελούσαν τη βάση μας για τις επόμενες τριάντα ώρες.

Επισκεφτήκαμε το τοπικό super market -ή και μίνι μάρκετ στα πρωτευουσιάνικα μάτια μας- το μόνο που θα βρει κανείς μέχρι να φτάσει στη Βυτίνα. Αγοράσαμε τα βασικά για ένα αθλητικό τραπέζι και ετοιμαστήκαμε για την πρώτη έξοδο.

Φιστικί τοίχοι, μωσαϊκό δάπεδο και αερογέφυρα πάνω από το κοινοτικό καλντερίμι. Αέρας άλλης εποχής.

Σύντομα τα 25άρια μας ρόλαραν στην αρκαδική άσφαλτο. Όση άσφαλτο πρόλαβαν να αγγίξουν μέχρι να πατήσουμε τον πρώτο χωματόδρομο. Ένα κατηφορικό χωμάτινο τμήμα με κομμάτια παλιάς ασφάλτου μας έβγαλε στην πόρτα του υδροηλεκτρικού εργοστασίου του Λάδωνα, λίγο έξω από το Τουμπίτσι, όπου μας υποδέχτηκε φρέσκια άσφαλτος με πυκνή ποταμίσια βλάστηση. Επιλέξαμε να ξεκινήσουμε τη βόλτα με έναν δυτικό κύκλο προς τα χωριά Σπάθαρη, Τουμπίτσι και Καλλιάνοι, ώστε να ρίξουμε μια ματιά στο υδροηλεκτρικό εργοστάσιο και το πιο “πουρναρίσιο” τμήμα του νομού, αφήνοντας τα Έλατα για τη συνέχεια.

Από το Τουμπίτσι μέχρι το Καλλιάνοι ο δρόμος είναι ανηφορικός με ελαφριά, γλυκιά κλίση, όμως το χαμηλό υψόμετρο και οι παραπόταμοι του Λάδωνα, σε συνδυασμό με τη θερμοκρασία της εποχής, έκαναν την ατμόσφαιρα ελαφρώς αποπνικτική. Αυτό άλλαξε σταδιακά όσο πλησιάζαμε προς το Σταυροδρόμι, κινούμενοι ανατολικά, ενώ είχε εξαλειφθεί όταν περάσαμε τα Λαγκάδια.

Στα Λαγκάδια, τα οποία έχουν χαρακτηριστεί Παραδοσιακός Οικισμός, αξίζει μια στάση για καφέ, φαγητό -με ελαφρώς τσιμπημένες τιμές- ή απλώς αγνάντι στην υπέροχη θέα που δημιουργεί η απότομη πλαγιά του βουνού.

Αφήσαμε τα γραφικά Λαγκάδια πίσω μας χωρίς στάση και περάσαμε το στενό γεφυράκι που σήμαινε την έξοδο από το χωριό. Πρόσφατα ενισχυμένο και στρωμένο με φρέσκια άσφαλτο, είναι αρκετά πιο εύκολα προσπελάσιμο. Από εκεί, ο δρόμος συνεχίζει να ανηφορίζει για 3,5 χιλιόμετρα, όπου δημιουργεί ένα τοπικό μέγιστο 1065 μέτρων. Το τοπίο είναι πλέον γεμάτο έλατα και ο φαρδύς κεντρικός δρόμος Τρίπολης-Ολυμπίας, ένα απλό Σάββατο του Μάη, είναι πιο ήρεμος από οποιοδήποτε δρόμο του αττικού χάους.

Η Ε.Ο. Ολυμπίας-Τρίπολης χρησιμοποιείται από την Ποδηλατική Ένωση Παλαιμάχων Αθλητών για τον καθιερωμένο Γύρο Τρίπολης.

Εδώ το τερέν ήταν πιο ομαλό, με μικρές κλίσεις, οπότε ξεμουδιάσαμε τα πόδια κινούμενοι προς τη Βυτίνα, έως ότου στρίψαμε αριστερά -βόρεια- για τα Μαγούλιανα και το Βαλτεσινίκο.

Χειροποίητο τοστάκι για το κλείσιμο του πρώτου δίωρου από τον Κωνσταντίνο, μόλις η ανηφόρα προς Μαγούλιανα το επέτρεψε.

Είχαμε περάσει ήδη δύο ώρες στη σέλα, συλλέγοντας περισσότερα από χίλια μέτρα θετικής υψομετρικής διαφοράς, όμως ο χρόνος εδώ δεν είχε το ίδιο ειδικό βάρος. Η κούραση δεν είχε το ίδιο αποτέλεσμα στο σώμα και τα χιλιόμετρα δεν είχαν καμία αξία. Όσο γέμιζε το μάτι με νέες εικόνες, τόσο θα συνέχιζαν τα πόδια μας να κάνουν συμμετρικούς κύκλους.

Ένα αγροτικό Mazda μας υποδέχεται στην είσοδο του χωριού.

Περάσαμε τα Μαγούλιανα αγγίζοντας πλέον υψόμετρο 1300 μέτρων. Η ησυχία του δάσους και η παντελής απουσία οχημάτων μας έκανε να ξεχάσουμε τις βασικές μας συνήθειες. Δεν ποδηλατούσαμε πλέον σε σχηματισμό δυάδας. Ο κάθε ένας έπιανε ένα κομμάτι του δρόμου και ανηφόριζε όπως ήθελε. Μόνο μέλημα όλων, ήταν να ρουφήξουμε κάθε ερέθισμα του μαγευτικού Μαινάλου.

Λίγο μετά τα Μαγούλιανα, μια παλιά ετοιμόρροπη πινακίδα έγραφε “Λάστα 4”. Είχα την ευτυχία να γνωρίσω αυτό το μικρό χωριό λίγους μήνες νωρίτερα, στην ιδιαίτερα πρωτότυπη και όμορφη βάφτιση της μικρής Κάτιας. Δεν υπήρχε catering, ούτε σερβιτόροι και θέσεις στα τραπέζια. Υπήρχαν μόνο τα στρογγυλά τραπεζάκια του κοινοτικού καφενείου που είχε παραχωρήσει η κοινότητα, ένας μπουφές με χειροποίητες πεντανόστιμες λιχουδιές, το κοινοτικό -self service- καφενείο με τα δεκάδες επαναστατικά κειμήλιά του ‘21 και η θέα… αυτή η θέα προς το αχανές πράσινο.

Τα αιωνόβια πλατάνια φροντίζουν για την θερινή σκίαση της πλατείας της Λάστας.
Παραδοσιακός ελληνικός στο γκάζι.
Κανένας barista δεν μπορεί να φτιάξει καφέ μεγαλύτερης αξίας από αυτό τον φτωχικό ελληνικό.

Μετά από τέσσερα χιλιόμετρα στενής, φιδογυριστής και απότομης κατηφόρας, φτάσαμε στο χωριό. Αφού γεμίσαμε τα παγούρια μας στο δροσερό νερό της πέτρινης βρύσης, ένας χωριανός που μας είδε από μακριά, μας παρότρυνε να μπούμε στο καφενείο να φτιάξουμε τον καφέ μας. Αφού ήπιαμε από έναν κλασικό μπρικάτο ελληνικό, συνοδευόμενο από λουκουμαδάκι, κινήσαμε ξανά προς το Βαλτεσινίκο, έχοντας μπροστά μας τέσσερα επιπλέον χιλιόμετρα ανάβασης.

Πάντα έτοιμοι για λίγο χωματόδρομο. Συχνό feature στην ορεινή Αρκαδία.

Το Βαλτεσινίκο είναι ακόμα ένας παραδοσιακός οικισμός του βόρειου Μαινάλου, χτισμένο σε υψόμετρο 1100 μέτρων. Αποτελεί ένα από τα ορεινότερα χωριά της Αρκαδίας και το πρώτο στην Πελοπόννησο που απέκτησε δωρεάν, ασύρματο ίντερνετ -να μια άσχετη πληροφορία. Χορτασμένοι από τη στάση μας στη Λάστα, το προσπεράσαμε γρήγορα και κινηθήκαμε βορειοδυτικά, με σκοπό να περάσουμε πάνω από την τεχνητή λίμνη Λάδωνα. Κάπου εκεί το πλάνο μας ναυάγησε. Ο συγκεκριμένος δρόμος ήταν χωμάτινος και σε εξαιρετικά κακή κατάσταση, οπότε γυρίσαμε πίσω και κινηθήκαμε προς τον οικισμό Ολομάδες, για να βρεθούμε ξανά σε χωματόδρομο. Λίγο έξω από τους Ολομάδες, δύο βοσκοί ρέμβαζαν το απέραντο πράσινο από υψόμετρο χιλίων μέτρων. Με μεγάλη χαρά, μας εξήγησαν πως ο μόνος ασφάλτινος δρόμος που μπορεί να μας βγάλει στα Λαγκάδια, βρίσκεται στην άλλη πλευρά, από όπου ήρθαμε… “αλλά έχει πολλήήή ανηφόρα”. Ακολούθησε μια γραφικότατη πολιτική συζήτηση, καθώς και εκλογική ανάλυση από μέρους των βοσκών, οπότε ενημερωμένοι τόσο για τη διαδρομή μας όσο και για τα πολιτικά τεκταινόμενα, κινήσαμε ξανά δυτικά στην επαρχιακή οδό “Λαγκαδιάς-Θεόκτιστου”.

Πολιτική ανάλυση Level 100.
Ακόμα ένα χωμάτινο αδιέξοδο στους Ολομάδες. Δεν είναι όλοι οι χωματόδρομοι κατάλληλοι για οδήγηση με ποδήλατο δρόμου.

Σύντομα βρεθήκαμε να ανηφορίζουμε μια απόληξη του Μαινάλου για να ξεκορφίσουμε σε υψόμετρο 1150 μέτρων και να κατηφορίσουμε ξανά προς την Ε.Ο. Τρίπολης Ολυμπίας. Ο δρόμος δεν έπαψε ποτέ να φιδογυρίζει και να χάνεται μέσα στα έλατα. Για μια ακόμη φορά, κατηφορίζαμε σφιγμένοι στα drops μας, με την αδρεναλίνη να εξαφανίζει την κόπωσή μας.

Ο Κωνσταντίνος, ήταν ο μόνος στην παρέα με disc brake ποδήλατο και η διαφορά του σε φουρκέτες έντονης κατηφορικής κλίσης ήταν αισθητή. Έχοντας τη δυνατότητα να φρενάρει πολύ πιο βαθιά μέσα στη στροφή, έβγαινε με μεγαλύτερη ταχύτητα και μας ανάγκαζε να κυνηγήσουμε τη ρόδα του. Mπορούσε με μεγάλη ευκολία να διορθώσει τη γραμμή του, κάνοντας πιο ασφαλή και διασκεδαστική την οδήγησή του. Σαν οπαδός των ελαφριών mechanical braking ποδηλάτων, οφείλω να ομολογήσω πως η τεχνολογία πέδησης έχει περάσει πλέον σε άλλο επίπεδο.

Αν θέλεις να απολαμβάνεις στο έπακρο τέτοιου είδους καταβάσεις και αν σου αρέσει να δοκιμάζεις νέα μέρη με ασφάλεια, πρέπει να αποδεχτείς ότι το μέλλον απαιτεί μεγάλο budget ή πολλά επιπλέον γραμμάρια.

Σύντομα βρεθήκαμε ξανά μέσα στα Λαγκάδια, όπου κάναμε μια τελευταία παράκαμψη προς τον οικισμό του Αγίου Νικολάου. Μια απότομη κατάβαση δύο χιλιομέτρων μας πήγε από τα 890μ. στα 740μ. (150 μ. υψομετρικής διαφοράς σε δύο χιλιόμετρα!) μέσω πέντε απότομων στενών φουρκετών, για να ανεβούμε στη συνέχεια το ίδιο κομμάτι, σαν άλλο γολγοθά. Αργά και σαδιστικά κορυφώναμε την κόπωσή μας, θέλοντας να πάρουμε όσο περισσότερα μπορούμε από αυτό το διήμερο ταξίδι.

Μετά τα Λαγκάδια και μέχρι το Λευκοχώρι, επτά χιλιόμετρα παρακάτω και 275 μέτρα χαμηλότερα, ο δρόμος είναι ιδιαίτερα στενός, γεμάτος στροφές και πυκνή βλάστηση. Ταλαιπωρία για πολλούς οδηγούς αυτοκινήτων, απόλαυση όμως για τα μικρά μας δίτροχα.

Μετά το Λευκοχώρι, φτάσαμε στο Σταυροδρόμι και αρχίσαμε να ανηφορίζουμε προς το Βυζίκι και στη συνέχεια τα Τρόπαια, το κεφαλοχώρι της περιοχής. Μας υποδέχτηκε το επιβλητικό σχολείο του χωριού με τους πετρόχτιστους τοίχους του και τα δεκάδες μαθητικά βραβεία.

Στο φιστικί σπίτι το ride τελειώνει και αρχίζει η αποκατάσταση και τα war stories.

Η πρώτη μας βόλτα στην Αρκαδία είχε ολοκληρωθεί μετά από πέντε ώρες, 127 χιλιόμετρα και 3000 μέτρα υψομετρικής διαφοράς.

Μια βραδινή βόλτα στο Πέτρινο, το καφέ, εστιατόριο -και λόγω ημερών άνδρο δημοτικών συμβούλων- ήταν η μόνη μας έξοδος με πολιτικά από το φιστικί σπίτι του Γιώργου. Την επομένη θα ξυπνούσαμε για μια ακόμα εξόρμηση, αυτή τη φορά προς αχαϊκό έδαφος, με πέρασμα από τη μαγευτική λίμνη Λάδωνα.

Αλλά για αυτό το ταξίδι θα σας μιλήσω σε επόμενο κείμενο. Του αξίζει μια ξεχωριστή αναφορά.

About the Author :

START TYPING AND PRESS ENTER TO SEARCH