Παράγοντες απόδοσης στους δρόμους αντοχής και ημιαντοχής.

«The five S’s of sports training are: stamina, speed, strength, skill, and spirit; but the greatest of these is spirit.» Ken Doherty.

Για να ιεραρχήσουμε τους παράγοντες που επηρεάζουν την επίδοση των δρομέων ημιαντοχής και αντοχής θα πρέπει πρώτα να τους καθορίσουμε και να διαπιστώσουμε τη σημαντικότητα τους στην αθλητική απόδοση των συγκεκριμένων αγωνισμάτων.

Γνωρίζουμε ότι οι παράγοντες της αθλητικής επίδοσης χωρίζονται σε προσωπικούς και απρόσωπους. Οι προσωπικοί παράγοντες σχετίζονται με την κληρονομικότητα και τις επιρροές του περιβάλλοντος και διαχωρίζονται σε άμεσους που αφορούν στη φυσική κατάσταση, την τεχνική και την τακτική και σε έμμεσους, που αφορούν κυρίως τα τέσσερα λειτουργικά συστήματα του σώματος (νευρικό, μυϊκό, σύστημα μεταφοράς και παθητικό κινητικό μηχανισμό) και τα οποία βρίσκονται σε αλληλεπίδραση με την ψυχική κατάσταση του κάθε ατόμου. Το σύνολο των προσωπικών αυτών παραγόντων, χαρακτηρίζεται ως κατάσταση αθλητικής απόδοσης. Οι απρόσωποι παράγοντες αναφέρονται στο περιβάλλον των συγκεκριμένων αθλητών και διακρίνονται σε κοινωνικούς και υλικοτεχνικούς παράγοντες.

Ας δούμε λοιπόν τη σπουδαιότητα αυτών των παραγόντων ειδικά και αναλυτικά για τους δρόμους ημιαντοχής και αντοχής.

Άμεσοι προσωπικοί παράγοντες :

α) Φυσική κατάσταση. Είναι κατανοητό πως η ανάπττυξη των φυσικών ικανοτήτων (αντοχής, ταχύτητας, δύναμης και ευκινησίας) είναι σημαντικός παράγοντας για την απόδοση σε αυτά τα αγωνίσματα. Η ικανότητα απόδοσης στην αντοχή (αερόβια ή αναερόβια) αποτελεί τον κύριο παράγοντα απόδοσης. Η ανάπτυξη της δύναμης για τους δρομείς μεσαίων και μεγάλων αποστάσεων αν και δεν αποτελεί άμεσο παράγοντα επιτυχίας όσο για τα αγωνίσματα ταχύτητας και ρίψεων, βοηθά όμως στην πρόληψη των τραυματισμών καθώς και στη βελτίωση της δρομικής οικονομίας που είναι καθοριστικός παράγοντας για την επίδοση. Ειδικά για τους δρόμους των 800μ. και 1500μ. το επίπεδο της δύναμης και της ταχύτητας παίζει καθοριστικό ρόλο, γιατί λόγω των ταχυτήτων της κίνησης και των αντιστάσεων που πρέπει να υπερνικηθούν παρατηρούνται σχετικά υψηλές ενεργοποιήσεις δύναμης και τίθενται εξειδικευμένες απαιτήσεις στις μυϊκές ίνες ταχείας συστολής. Και οι δρομείς 5 και 10 χιλ. όμως χρειάζονται μια ικανοποιητική ικανότητα ταχύτητας για να ανταπεξέλθουν στις αλλαγές ρυθμού και στο τελικό sprint. Τέλος η ευκινησία αποτελεί συμπληρωματικό παράγοντα που έχει ως κύριο στόχο την πρόληψη τραυματισμών.

β) Τεχνική. Η ανάπτυξη μιας οικονομικής και αποτελεσματικής τεχνικής, με την έννοια της μεσομυϊκής προσαρμογής, είναι σημαντική προϋπόθεση στην αντοχή και από άποψη επιδόσεων αλλά και για την αποφυγή τραυματισμών. Όσο πιο χαλαρά και συντονισμένα τρέχει ένας αθλητής αποστάσεων, τόσο περισσότερη ενέργεια μπορεί να εξοικονομήσει. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι η μείωση του χρόνου στήριξης του άκρου ποδιού κατά 1/100 του δευτερολέπτου σε ένα δρόμο 5χιλ., μπορεί να μειώσει το συνολικό χρόνο κατά σχεδόν ένα λεπτό.

γ) Τακτική. Η ικανότητα ανάλυσης καταστάσεων, λήψης αποφάσεων και προσαρμογής σε διάφορες καταστάσεις είναι απαραίτητος παράγοντας για την επιτυχία στους δρόμους αντοχής. Η τακτική μπορεί να αφορά είτε στην επιλογή του κατάλληλου ρυθμού τρεξίματος ώστε να επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή επίδοση, είτε στην αντιμετώπιση των καταστάσεων που προκύπτουν από το συναγωνισμό των αντιπάλων. Είναι βέβαια ξεκάθαρο ότι η καλύτερη τακτική και η οικονομικότερη τεχνική δεν θα μπορέσουν να οδηγήσουν σε υψηλές επιδόσεις αν ο αθλητής δεν κατέχει εξαιρετικές φυσιολογικές, φυσικές και ψυχικές ικανότητες.

Έμμεσοι προσωπικοί παράγοντες :

α) Λειτουργικά συστήματα. Η λειτουργική ικανότητα αυτών των συστημάτων καθορίζει την αθλητική ικανότητα απόδοσης των δρομέων και η κατάστασή τους οφείλεται κυρίως σε κληρονομικούς παράγοντες.

β) Ψυχική κατάσταση. Λέγοντας ψυχική κατάσταση εννοούμε τις ψυχικές εκείνες ιδιότητες, όπως είναι τα κίνητρα, η ετοιμότητα για απόδοση και η θέληση. Στους δρόμους ημιαντοχής και αντοχής όπου οι αθλητές έχουν να αντιμετωπίσουν έντονες καταστάσεις κόπωσης, τόσο κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης προπόνησης, όσο και κατά τους αγώνες, είναι αυτονόητη η σημασία που έχουν αυτές οι ψυχικές ιδιότητες στην επιτυχία. Ιδίως για τους αθλητές υψηλού επιπέδου, οι οποίοι δεν διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους ως προς τα φυσιολογικά χαρακτηριστικά και ως προς την προετοιμασία τους, αυτό που θα καθορίσει το νικητή έστω και για ένα εκατοστό του δευτερολέπτου είναι το ποιος είναι πιο ανθεκτικός και δυνατός ψυχολογικά, ποιος έχει περισσότερα κίνητρα και μεγαλύτερη θέληση για τη νίκη.

Απρόσωποι παράγοντες :

α) Κοινωνικοί παράγοντες. Οι παράγοντες αυτοί αναφέρονται στην υποστήριξη από γονείς, οικογένεια, φίλους, επάγγελμα, προπονητή, στους συναθλητές και στην οικονομική και ηθική υποστήριξη από την κοινωνία.

β) Υλικοτεχνικοί. Εδώ αναφερόμαστε στα αθλητικά όργανα και εξοπλισμό, στις εγκαταστάσεις, στις κλιματολογικές συνθήκες και στους γεωφυσικούς παράγοντες.

Για τους δρομείς ημιαντοχής και αντοχής ένα σύστημα υποστήριξης είναι σημαντικό για να μπορέσουν να ανταπεξέλθουν με επιτυχία στις δυσκολίες της μακρόχρονης προπόνησης για το αγώνισμα τους. Στην ξένη βιβλιογραφία χρησιμοποιείται ο όρος opportunity (δυνατότητα) για να δηλώσουν την επίδραση του περιβάλλοντος στην ανακάλυψη και ανάπτυξη μιας ιδιαίτερης κλίσης.

Από τους περιβαλλοντικούς παράγοντες που στηρίζουν την αθλητική απόδοση θα πρέπει να αναφέρουμε επίσης και αυτούς που αφορούν στην προπονητική διαδικασία, δηλαδή τη βέλτιστη προπόνηση και αποκατάσταση και την επιλογή της βέλτιστης αγωνιστικής στρατηγικής. (optimal training, recovery and competition strategies). Στο σχήμα 2 που προτείνει η Myburg (2003) παρουσιάζεται παραστατικά η αλληλεπίδραση των διαφόρων παραγόντων.

Σχήμα 2. Αλληλεπίδραση φυσιολογικών και περιβαλλοντικών παραγόντων για την επίτευξη παγκοσμίων αθλητικών επιδόσεων στους δρόμους αντοχής.

Η σχηματική παράσταση του εσωτερικού τριγώνου με τα τρίποδα υποδηλώνει πως ακόμα και ένα πόδι στήριξης κάποιου συστήματος αν είναι ασταθές, τότε όλο το σύστημα θα καταρρεύσει υπό πίεση. Το εξωτερικό τρίγωνο αντανακλά την αναγνώριση ότι παγκόσμιας κλάσης επιδόσεις αντοχής απαιτούν άριστη προπόνηση.

Συμπερασματικά, θα λέγαμε ότι η ιεράρχηση των παραγόντων δεν μπορεί να γίνει ανεξάρτητα για τον κάθε παράγοντα. Αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο στο κέντρο του οποίου βρίσκεται πάντα η προσωπικότητα του αθλητή. Έτσι αν και, όπως φάνηκε από την ανάλυση των φυσιολογικών και ανατομικών χαρακτηριστικών που έγινε παραπάνω, καθοριστικός παράγοντας για την επιτυχία στους δρόμους μεσαίων και μεγάλων αποστάσεων είναι η κληρονομικότητα, εντούτοις δεν πρέπει να παραβλέπεται π.χ. και η εξαιρετική ικανότητα του οργανισμού να βελτιώνει τις αερόβιες προσαρμογές με την προπόνηση, ούτε και ο ρόλος των κινήτρων και των ψυχικών ιδιαιτεροτήτων των αθλητών αντοχής. Βέβαια, εικάζεται πως και η προπονησιμότητα (η προσαρμογή στην επιβάρυνση) ως ένα βαθμό καθορίζεται από γενετικούς παράγοντες, όμως μόνο με εβδομάδες, μήνες και χρόνια προπόνησης αναπτύσσουν οι αθλητές αντοχής τις καρδιοαναπνευστικές και μυϊκές προσαρμογές που είναι απαραίτητες για να αξιοποιήσουν πλήρως τις δυνατότητές τους.

Όπως τονίζει και ο Singer (1986) «η γενετική ενεργοποιεί τη μηχανή, αλλά τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη σκληρή δουλειά προκειμένου κάποιος να γίνει ο καλύτερος». Και όπως συμπληρώνει ο Williams (1989) «αν και δε μπορούμε να τροποποιήσουμε το γενετικό δυναμικό μας, μπορούμε όμως να μεγιστοποιήσουμε αυτό που έχουμε με την προπόνηση». Και μόνο αθλητές με υψηλά κίνητρα και ψυχικές αρετές, όπως υπομονή και επιμονή, μπορούν να ανταπεξέλθουν στη μακροχρόνια διαδικασία της προπόνησης αντοχής, η οποία είναι εκ των ουκ άνευ για την επιτυχία στους δρόμους αντοχής. Κάποιος μπορεί να κατέχει το απαραίτητο γενετικό υλικό, αλλά χωρίς μακρόχρονη και σωστή προπόνηση δε θα φθάσει ποτέ στο υψηλό επίπεδο. Αντίστοιχα, ένας αφοσιωμένος δρομέας που υπολείπεται φυσιολογικών χαρακτηριστικών δεν θα μπορέσει παρόλη τη σκληρή δουλειά να φθάσει στο υψηλότερο επίπεδο. Θα έχει όμως την ικανοποίηση ότι έφθασε στα ανώτερα όρια της δικής του απόδοσης.

Ο Lewontin (2000) για να περιγράψει τη σχετική συνεισφορά των γονιδίων και της επίδρασης του περιβάλλοντος, χρησιμοποιεί τη μεταφορά του κουβά, όπου το μέγεθός του καθορίζεται από τα γονίδια και το περιεχόμενο του από το περιβάλλον.

Καταληκτικά, μπορούμε και για τους δρόμους αντοχής να πούμε ότι η επιτυχία οφείλεται 100% στο ταλέντο και 100% στο περιβάλλον, το οποίο έχει μεγάλη επίδραση στη διαμόρφωση του χαρακτήρα των αθλητών και στην παροχή των ευκαιρών για να εμφανισθούν οι ιδιαίτερες κλίσεις τους.

Καρολίνα Σκούρτη – running coach. 

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Asok Kumar Ghosh(2004). Anaerobic Threshold: its concept and role in endurance

sport. Malaysian Journal of Medical Sciences, 11, (1), pp 24-36

Baker J, Horton S, Nehgme R, Robertson-Wilson J, Wall M.(2003). Nurturing sport

Expertise : factors influencing the development of elite athlete. Journal of Sports Science and Medicine.2,1–9.

Daniels, J. (2005). Daniels’ Running Formula. Second editon. Indianapolis:

Benchmark Press

Costill DL (1986). Inside running ”Basic of Sports Physiology”. Champaign,IL:

Human Kinetics

Davison R, Van Someren KA, Jones AM.(2009). Physiological monitoring of

the Olympic athlete. Journal of Sports Sciences . 27(13), 1433–1442.

Jouner MJ and Coyle EF(2008) Endurance exercise performance : the physiology of

champions, J Physiol, 586, (1), pp 35-44.

Jung AP. (2003) The impact of resistance training on distance running performance.

Sports Med, 33, (7), pp 539-552.

Ζαχαρόγιαννης, Η.(1997). Ο δρομέας ημιαντοχής-αντοχής. Αθήνα: ΤΕΦΑΑ.

Κέλλης, Σ., Κοντονάσιος, Γ., Μάνου, Β., Πυλιανίδης, Θ., Σαρασλανίδης, Π.,Σούλας,

Δ. (2009). Κλασικός Αθλητισμός στην εκπαίδευση και τον αθλητισμό. Θεσαλλονίκη. Εκδόσεις «SALTO».

Κλεισούρας, Β. (2007). Ερφοφυσιολογία. Αθήνα: Ιατρικές Εκδόσεις Πασχαλίδη.

Lewontin, R. (2000) : The triple helix : Gene, organism, and environment.

Cambridge, MA : Harvard University Press

Martin, D. (1994). Προπόνηση στην Παιδική και Εφηβική ηλικία. Θεσσαλονίκη:

Εκδόσεις «SALTO».

Martin, D. Carl, K., Lehnertz, K. (1993).Εγχειρίδιο Προπονητικής. Κομοτηνή:

Αλφάβητο

Martin, D., Coe, P.. (1992).Mittel- und Langstreckentraining. Aachen: Meyer &

Meyer Verlag

Myburgh, K.H. (2003).What makes an endurance athlete world-class? Not simply a

physiological conundrum. Comparative Biochemistry and Physiology Part A, 136, 171–190

Singer, R.N. (1986). Peak Performance… and More. NewYork: Mouvement.

Τζιωρτζής, Σ. (2004). Προπονητική. Δάφνη : Artwork Publishing house.

Williams, M. H. (1989). Beyond Training: How Athletes Enhance Performance

Legally and Illegally. Champaign, IL:Leisure Press.

Wilmore, J. and Costill, D.L. (2006).Φυσιολογία της Άσκησης και του Αθλητισμού.

Αθήνα : Ιατρικές Εκδόσεις Πασχαλίδη.

Wong, T.S. (2009). A Multidisciplinary Approach to Long Distance Running. Hong

Kong Marathon Workshop

Zintl, F.(1993). Προπόνηση Αντοχής. Θεσαλλονίκη. Εκδόσεις «SALTO».

About the Author:myathlete