Mani Brovet

Mani Brovet, η Ελλάδα ως προορισμός ποδηλατικών διακοπών.

Η διεθνής ποδηλατική σκηνή ανθεί. Μαγιόρκα, Κανάρια, Γαλλικές και Ελβετικές Άλπεις, Πυρηναία και άλλες περιοχές, σφύζουν από τουρίστες με λύκρα, περίεργα γυαλιά και αεροδυναμικά κράνη. Μια μικρή έκταση γης όμως, στις βορειοανατολικές ακτές της Μεσογείου, αντιστέκεται ακόμα. Έχει τόσα να δώσει σε αυτό το πλήθος από φυσιολάτρες με ρόδες και όμως μένει κρυφό και απομονωμένο.

Θα μπορούσε στη θέση της Μάνης να βρίσκεται η Ήπειρος, η Κρήτη, η Κορινθία ή η περιοχή της Θεσσαλίας. Από κάπου έπρεπε να αρχίσει να ξετυλίγεται αυτός ο ποδηλατικός παράδεισος και η σχέση του Άγι Κολύβα (ιδιοκτήτη του 48*17 Cycles) με τη Μάνη αποτέλεσε το κατάλληλο υπόστρωμα.

Photo: Nassos Triantafyllou

Η ονομασία Brovet, χωρίς να έχω ρωτήσει ποτέ τον εμπνευστή της, θυμίζει κατά πολύ Brevet, αλλά με πιο αδελφική, πιο στενά φιλική σχέση (βλέπε “Bro” δηλαδή αδερφός). Έτσι λοιπόν, το Brovet της Μάνης δημιουργήθηκε με σκοπό να προσδώσει στο εγχείρημα των μεγάλων ποδηλατικών διαδρομών το φιλικό κλίμα που θα κάνει τους φιλοξενούμενούς του Pedal Greece να μην ξεχάσουν ποτέ το δεύτερο (από αριστερά μετρώντας πάντα) πόδι της Πελοποννήσου.

To Pedal Greece δεν χρειάζεται ιδιαίτερες επεξηγήσεις. Είναι μια ιδιωτική πρωτοβουλία που στοχεύει στον ποδηλατικό τουρισμό και σύντομα θα προσφέρει εξαιρετικά τουριστικά πακέτα για ποδηλατικές διακοπές στη Μάνη. Μεγάλη έμφαση δίνεται στην προσέλκυση ποδηλατών από το εξωτερικό και για αυτό τον λόγο δημιουργήθηκε το Mani Brovet, το οποίο έλαβε χώρα από τις 3 έως τις 5 Νοεμβρίου. Τρεις δημοσιογράφοι από Γαλλία, Γερμανία και Ολλανδία, ο Πάτρικ, ο Ράλφ και η Ρούμπι, ήταν οι καλεσμένοι του τριημέρου. Ο Δώρος, ως ντόπιος ποδηλάτης ήταν ο οδηγός, ενώ ο Άλεξ, ο Κωνσταντίνος και εγώ οι οικοδεσπότες επί του πεντάλ. Πίσω από το τιμόνι, ο Άγις και ο Τομ, πρωτομάστορες του Pedal Greece, έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να προσφέρουν στους ποδηλάτες τους όλες τις ανέσεις και τέλος, ο Νάσσος, με το πάτημα ενός κουμπιού πρόσταζε τη Nikon του να μας φυλακίζει αενάως σε μερικές χιλιάδες πίξελ.

Η πρώτη γνωριμία του γκρουπ έγινε το βράδυ της Παρασκευής, εντός ενός από τα καλύτερα εστιατόρια που έχει επιδείξει ο νομός Λακωνίας (φράση κλεμμένη από trip advisor), το εστιατόριο Χρώματα στον Μυστρά. Λίγο η μαγευτική θέα προς τα φώτα της Σπάρτης, λίγο το αδιανόητα νόστιμο φαγητό, έδωσαν την καλύτερη δυνατή εκκίνηση σε αυτό το αξέχαστο τριήμερο.

Photo: Nassos Triantafyllou

Το πρωί του Σαββάτου, το γκρουπ αγνόησε την επιβλητική οροσειρά του Ταϋγέτου και κινήθηκε βόρεια, προς τον Πάρνωνα, το βουνό που χωρίζει τη Λακωνία από την Αρκαδία. Την παρέα συμπλήρωσε ο Σπύρος Παπαδόγιαννης, ένας από τους δεκάδες πανελληνιονίκες πιστέρ που έχει παράξει η ομάδα του Σπαρτιατικού την τελευταία εξαετία.

Λίγο έξω από τη Σπάρτη, ο δρόμος άρχισε να ανηφορίζει και συνέχισε στο ίδιο μοτίβο για δεκαπέντε ολόκληρα χιλιόμετρα, έως ότου φτάσαμε σε υψόμετρο 800 μέτρων. Τερέν κατάλληλο για το πλούσιο ταμπεραμέντο του Μπάτμαν της Προβηγκίας, του Γάλλου απεσταλμένου του περιοδικού Top Velo, που έγινε διάσημος οργώνοντας τις πλαγιές του Mont Ventoux μασκαρεμένος με τη στολή του προστάτη της Gotham City.

Δρόμοι ξεχασμένοι από τον κόσμο, ανάμεσα σε δενδρόκεδρους, βελανιδιές και βράχια, που έκαναν το τοπίο απόκοσμο και τόσο ελκυστικό. Ανάμεσα σε μερικά πουρνάρια πρόβαλε και ένας ελληνικός ποιμενικός, φύλακας κάποιας από τις δεκάδες στρούγκες της περιοχής.

Φτάσαμε στις Καρυές, όπου έγινε και η απαραίτητη στάση για εσπρεσάκι και ανασύνταξη. Το χωριό, χτισμένο σε υψόμετρο 950 μέτρων, είχε φιλοξενήσει πριν από μια πενταετία το Πανελλήνιο Πρωτάθλημα ορεινής ποδηλασίας. Τώρα, μας χάριζε απεριόριστη θέα στη γύρω περιοχή από το μπαλκόνι του Σάββα, μιας από της καφετέριες της πλατείας.

Ανεβήκαμε και πάλι στα ποδήλατα και συνεχίσαμε να ανηφορίζουμε, με τα πόδια να διαμαρτύρονται για το αδυσώπητο τερέν. Περάσαμε από δάση με κεφαλληνιακή ελάτη και μαύρη πεύκη, φτάνοντας στην γυμνή από δέντρα κορυφή της ανάβασης. Από εκεί, μια μαγευτική φιδογυριστή κατηφόρα που θα έκανε και τον πιο μετριοπαθή κατηφορίστα να δακρύσει από συγκίνηση, μας πέρασε από τη Βρέσθενα, οδηγώντας μας ξανά στη Σπάρτη για μια τελική ανάβαση στην Τρύπη.

Στο τραπέζι του βραδινού, μια εξαιρετική ποδηλατική εξόρμηση αντανακλούσε στα χαμόγελα όλων. Οι μουσαφιραίοι είχαν ήδη αφήσει πίσω τους την αποστειρωμένη διαδικασία σερβιρίσματος πιάτων με σειρά πρώτου, κυρίως και επιδορπίου. Έκλεισαν τα αφτιά τους στις προτάσεις του σερβιτόρου και εξέφρασαν την επιθυμία τους για πιάτα “στη σέντρα” κατά τον ελληνικό τρόπο. Άλλωστε ένα βράδυ νωρίτερα η ίδια στρατηγική τους είχε ανταμείψει.

Το πρόγραμμα της Κυριακής είχε ως εξής: Ανάβαση Ταϋγέτου από Μυστρά, κατάβαση προς Καλαμάτα και πορεία προς Λιμένι Μάνης. Αυτό σήμαινε πως είχαμε να αντιμετωπίσουμε τρεις δύσκολες αναβάσεις με φθίνουσα σειρά, μα με την κόπωση εκθετικά αυξανόμενη. Η συνολική απόσταση άγγιζε τα 150 χιλιόμετρα, μα είχα δει το Λιμένι ιδίοις όμμασι λίγους μήνες νωρίτερα και θα χρειαζόταν κάτι παραπάνω για να με κρατήσει μακριά από αυτό το μαγευτικό παραθαλάσσιο χωριό με τα γαλαζοπράσινα νερά.

Photo: Nassos Triantafyllou

Η ανάβαση Ταϋγέτου από την ανατολική πλευρά είναι ομολογουμένως η πιο εντυπωσιακή και όμως η λιγότερο χρησιμοποιημένη από ποδηλατικής-αγωνιστικής πλευράς. Αυτό το διαμάντι της Πελοποννήσου, που ξεκινάει ουσιαστικά μέσα από τη Σπάρτη, περνάει το κάστρο του Μυστρά και ανηφορίζει ανάμεσα σε φαράγγια και ορθοπλαγιές, πάνω από γεφύρια και μέσα από ετοιμόρροπα βράχια, έχει χρησιμοποιηθεί μόνο μια φορά σαν αγωνιστική διαδρομή, κατά τον Γύρο Ελλάδας του 2012. Μόνο οι Σπαρτιάτες έχουν την πολυτέλεια να το απολαμβάνουν επί καθημερινής βάσης. Οι φιλοξενούμενοί μας δεν σταμάτησαν στιγμή να ατενίζουν. Κάθε στροφή και μια νέα εικόνα. Ελάχιστα οικήματα στη διαδρομή.

Photo: Nassos Triantafyllou

Χρειάστηκε να διανύσουμε 27 χιλιόμετρα για να φτάσουμε στην κορυφή. Το gps έγραφε 1233 μέτρα από το επίπεδο της θάλασσας. Από εκεί και έπειτα, ατελείωτη κατηφόρα. Η πυρκαγιά του 2007, γνωστή και ως πυρκαγιά του Καραμανλή καθώς εκδηλώθηκε λίγες μέρες μετά την προκήρυξη πρόωρων βουλευτικών εκλογών από τον τότε Πρωθυπουργό Κώστα Καραμανλή, είχε δημιουργήσει ένα απόκοσμο τοπίο. Θέα μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι και οπτική επαφή με φουρκέτες του δρόμου αρκετά χιλιόμετρα πιο κάτω, έκαναν τη δουλειά του Νάσσου ευκολότερη, ενώ η έλλειψη μεγάλων δέντρων αποτελούσε εγγύηση για στεγνή άσφαλτο και κατά συνέπεια γρήγορη κατάβαση.

Photo: Nassos Triantafyllou

Λίγα χιλιόμετρα παρακάτω, μπήκαμε ξανά στο δάσος, περάσαμε τη διασταύρωση για Νέδουσα και βρεθήκαμε να ανηφορίζουμε ξανά, πριν την τελική κατάβαση προς την Καλαμάτα. Μετά από 22 χιλιόμετρα συνεχόμενης κατηφόρας, αυτά τα τέσσερα ανηφορικά χιλιόμετρα έξω από την πρωτεύουσα της Μεσσηνίας, έπεσαν σαν μολύβι στα μουδιασμένα μας πόδια.

Ήταν Κυριακή μεσημέρι και η Καλαμάτα έσφυζε από ζωή. Περάσαμε την παραλιακή κινούμενοι προς τα ανατολικά και σύντομα βρεθήκαμε να ανηφορίζουμε προς Κουρή, Κάμπο και Προσήλιο για να πέσουμε στην Καρδαμύλη. Για δεκαεπτά χιλιόμετρα τραβερσάραμε το νότιο πόδι του Ταϋγέτου με τα σύννεφα από πάνω μας να κρύβουν τον ήλιο. Η Ρούμπη, δημοσιογράφος του διάσημου Soigneur.nl είχε ήδη μπει στο αυτοκίνητο. Εμείς συνεχίζαμε με τη σκέψη μας στις εικόνες που θα ακολουθούσαν. Ξεκορφίσαμε εμφανώς κουρασμένοι και πέσαμε σαν λύκοι σε ένα μάτσο μπανάνες και παστέλια, παρά το γεγονός πως λίγα λεπτά αργότερα θα κάναμε στάση στην Καρδαμύλη. Η πρώτη φουρκέτα που μας έφερε σε οπτική επαφή με τη θάλασσα, χαράχτηκε για πάντα σαν εικόνα μέσα μας. Δεκαπέντε λεπτά αργότερα παρκάραμε τα ποδήλατά μας έξω από το μοναδικό ανοιχτό καφέ της περιοχής, σε μια Καρδαμύλη που δεν θύμιζε σε τίποτα το κοσμοπολίτικο χωριό του Αυγούστου, μα με τα γραφικά πέτρινα κτίριά της όμως πάντα εκεί. Εσπρέσο, αμυγδαλωτά Μάνης και διάφορες άλλες λιχουδιές αναπτέρωσαν το ηθικό μας για το τελευταίο σκέλος της διαδρομής. Μπροστά μας είχαμε μια τελευταία ανάβαση μήκους επτά χιλιομέτρων.

Photo: Nassos Triantafyllou

Περάσαμε τη Στούπα και τον Άγιο Δημήτριο και αρχίσαμε να ανηφορίζουμε για Πηγή. Δύσκολη ανάβαση, με χαμηλή βλάστηση και μεγάλες κλίσεις. Η καλή παρέα και το ακμαίο ηθικό ενός τσούρμου ανθρώπων που υλοποιούσαν τους βαθύτερους πόθους τους επάνω σε δύο τροχούς, έκαναν τα χιλιόμετρα να περάσουν όμορφα και γρήγορα.

Photo: Nassos Triantafyllou

Περάσαμε το χωριό Πλάτσα και φτάσαμε σε ένα μικρό διάσελο. Διασχίσαμε και άλλα πετρόχτιστα χωριά και κτήματα με ελαιόδεντρα, για να φτάσουμε τελικά πάνω από το Οίτυλο την ώρα που ο ήλιος άρχισε να δύει. Από εκεί και έπειτα, κατηφορίσαμε προς Νέο Οίτυλο και τελικά Λιμένι για να ξεκουράσουμε τα κορμιά μας σε έναν από τους δεκάδες πετρόχτιστους ξενώνες του οικισμού. Τον καλύτερο ίσως, καθώς είχε ανεμπόδιστη θέα στον κόλπο.

Photo: Nassos Triantafyllou

Θα μπορούσε το ταξίδι να έχει τελειώσει εκεί. Στο Λιμένι. Ποιος θα περίμενε πως μπορούσε να γίνει καλύτερο; Ο Δώρος και ο Άγις όμως είχαν έναν ακόμα άσο στο μανίκι.

Το πρωί της Δευτέρας, αφού φάγαμε ένα βασιλικό πρωινό, κινηθήκαμε προς Οίτυλο, γράφοντας 350 μέτρα υψομετρικής διαφοράς εντός των πρώτων είκοσι πέντε λεπτών. Σκοπός ήταν να δείξουμε στους φιλοξενούμενούς μας τον ορισμό του «backcountry road». Στενοί δρόμοι με συνεχείς αλλαγές κλίσης και κατεύθυνσης, κινούμενοι προς τα βορειοανατολικά για να ενωθούν με την επαρχιακή οδό Γυθείου-Αρεόπολης. Περάσαμε μερικά μικρά χωριά για να σταματήσουμε μπροστά στο μνημείο του Καπετάν Γέρμα του Μακεδονομάχου και την Ιερά Μονή Αγ. Νικολάου Γέρμα. Ένα χωριό φάντασμα με πέτρινα κτίσματα που έστεκαν έρημα, περιμένοντας τους καλοκαιρινούς τους παραθεριστές. Ένα μικρό προαύλιο φιλοξενούσε το μνημείο του Καπετάνιου και του υποστράτηγου Ηλία Χιονάκου. Και οι δυο τους με λεβέντικο μουστάκι και πηλήκιο ατένιζαν προς τον δρόμο που σε λίγο θα παίρναμε. Αφήσαμε πίσω μας τους οπλαρχηγούς και βουτήξαμε σε μια σειρά αλεπάλληλων κατηφορικών στροφών, ανάμεσα σε καταπράσινα λιβάδια. Αυτή η έκσταση κράτησε μερικά λεπτά, έως ότου φτάσαμε στη διασταύρωση Γυθείου-Αρεόπολης. Μετά από αυτά τα δεκατέσσερα παραμυθένια – αποκλειστικά για ποδηλατικά όνειρα – χιλιόμετρα, ακόμα και η επαρχιακή οδός μας φάνηκε βουερή. Περάσαμε το Διρό και ανηφορίσαμε γλυκά προς τη Σπάρτη, μπαίνοντας στην πόλη από την νέα περιφερειακή οδό.

Όπως όλα, έτσι και αυτό το όμορφο ταξίδι έφτασε στο τέλος του. Τριακόσια τριάντα πέντε χιλιόμετρα καθαρής απόλαυσης, με όμορφα τοπία, έντονες γαστρονομικές απολαύσεις, εξαιρετική παρέα και βέβαια, αρκετές δόσεις εσπρέσο. Η Μάνη θα είναι πάντα εκεί να μας περιμένει για την επόμενη φορά.

Photo: Nassos Triantafyllou

About the Author :

START TYPING AND PRESS ENTER TO SEARCH