Ο πρώτος μου μαραθώνιος.

Να ‘μαι λοιπόν στριμωγμένος ανάμεσα στο πολύχρωμο λεφούσι που αδημονεί και αφρίζει μπροστά από τη γραμμή της εκκίνησης στον Μαραθώνα. Η υπερένταση και η παραζάλη δεν αφήνει πολύ καθαρό μυαλό να σκεφτείς τι ακριβώς νιώθεις. Νομίζω ότι δύο πράγματα κυριαρχούν μέσα μου: α) οι οδηγίες της προπονήτριας, που αν και αρκετά αναλυτικές και διαφωτιστικές δυσκολεύομαι να τις συγκρατήσω στο βαθμό που θα ήθελα, καθώς περνούν συνέχεια μπροστά μου σαν εκείνες τις κόκκινες κυλιόμενες οθόνες με τα led φωτάκια. Και β) η επιτακτική μου ανάγκη να ποτίσω τους αγρούς του Μαραθώνα παρότι το έχω ήδη κάνει δυο φορές στη μία ώρα της παρουσίας μου στο χώρο. Τι στο καλό ρευστοποιείται το εσωτερικό μου; Κατά τα άλλα έτοιμοι. Ο λυτρωτικός ήχος του πιστολιού του αφέτη επιτέλους ακούγεται και το παρδαλό πλήθος ξεχύνεται στο βάσανο των ανείπωτων χιλιομέτρων και στο Μαραθώνιο. Λίγα μέτρα, στάση κάποιων δευτερολέπτων – ίσως και λεπτού – που μοιάζει να κρατάει παραπάνω από όσο θα έπρεπε, και ενσωμάτωση ξανά στη δρομική λαοθάλασσα που πλημμυρίζει το δρόμο. Μία ψηλή -μάλλον ξένη- είναι το πρώτο θύμα του μαραθωνίου δρόμου που συναντώ καθώς δύο-τρία λεπτά πιο κάτω σωριάζεται φαρδιά πλατιά βγάζοντας έναν δυνατό μεταλλικό ήχο τη στιγμή που κουτουλάει ανυποψίαστη με όλη της τη δύναμη μια μεταλλική πινακίδα στην άκρη του δρόμου.

 

Συγκεντρώνομαι, καθώς η σκέψη μου αρχίζει να καθαρίζει και το κορμί είναι ξέχειλο από ενέργεια και απαλλαγμένο από προβλήματα. H coach έχει δώσει σαφή εντολή. Θα πας αργά, πολύ αργά στην αρχή. Το καρφώνω στο μυαλό – δεν θέλω να την απογοητεύσω – θα με πείραζε περισσότερο και από το να απογοήτευα τον εαυτό μου. Μου κάνει παρέα νοητά και φαντάζομαι ήδη το λοξό βλέμμα που μου ρίχνει όποτε λέω ή κάνω μια βλακεία – που το κάνω συχνά προβοκατόρικα ακριβώς για να το εισπράξω γιατί με διασκεδάζει για κάποιο διαστροφικό λόγο. Τώρα όμως όχι. Αργό και σταθερό δρασκελισμό, όπως θα το ήθελε. Κράτα τα άλογά σου για το τέλος. Μπαίνοντας στον αυτόματο και μια και είναι άφθονος, ο χρόνος προσφέρεται για κοινωνική παρατήρηση των υπολοίπων γύρω. Αρχαίοι με σανδάλια και παραλλαγές χιτώνων, άλλοι από την αλλοδαπή ντυμένοι με παραδοσιακές φορεσιές της χώρας τους, καπέλα, σκοτσέζικες φούστες ή πουκάμισα και παντελόνια, άλλοι με μακρυμάνικα και ζωσμένοι με γιλέκα λες και κάνουν αγώνα βουνού στα Πυρηναία και τις Άλπεις. Διάφοροι μιλούν, άλλοι κραυγάζουν, τραγουδούν, άλλοι με ακουστικά ακούν μουσική στη διαπασών και ακούς και εσύ μαζί τους, και ο μόνος σταθερός ήχος είναι το ποδοβολητό στην άσφαλτο. Μερικοί βιαστικοί προσπερνούν σαφώς ταχύτεροι από τον κυρίως όγκο. Σίγουρα, όλος αυτός ο συνωστισμός δεν σε αφήνει να πλήξεις. Αυτός και η αδρεναλίνη που γεμίζει κάθε κύτταρό σου.

 

Ωραία όλα αυτά, όμως πρέπει να επικεντρωθεί κανείς στον δικό του αγώνα. Τα πρώτα έντεκα είναι ένα επίπεδο παιχνιδάκι. “Μα καλά έτσι αργά που πάω θα τερματίσω σε καλό χρόνο;” Το διαβολάκι μέσα μου, προσπαθεί να σπείρει την αμφιβολία, αλλά παραμένω ακλόνητος. Είμαι πεπεισμένος ότι η γνώση αυτών που ξέρουν είναι πιο πολύτιμη από την παρόρμηση.

Η καλή μου μα αυστηρή νεράιδα εκτός των άλλων ήταν σαφής για δύο πράγματα, λήψη υδατανθράκων και ενυδάτωση μαζί με ηλεκτρολύτες. Προσπαθώ να προγραμματίσω αυτά τα δύο σημαντικά ζητήματα και κάπου μέσα μου ζηλεύω τους Κενυάτες που εκτός των άλλων τερματίζουν και πολύ σύντομα και δεν χρειάζεται να πίνουν ένα κουβαδάκι τζελάκια υδατανθράκων για να μην ξεμείνουν.

Τα πρώτα υπούλως εύκολα χιλιόμετρα τα διαδέχονται τα πολλά και βασανιστικά ανηφοροκατηφορικά – κυρίως ανηφορικά. Καμιά εικοσαριά πάνω κάτω γεμάτα παρατεταμένες σαδιστικές κλίσεις. Και σαν να μην είναι αρκετά, για να είσαι πιο κοντά στην κόλαση, περνάς μέσα από τις καμένες περιοχές από τις καλοκαιρινές πυρκαγιές. Συμβολικά μαυροφορεμένοι οι κάτοικοί τους χειροκροτούν και ενθαρρύνουν τους δρομείς διαμαρτυρόμενοι παράλληλα για την απουσία συνδρομής από τους δυσκίνητους κρατικούς μηχανισμούς. Μια έντονη διάθεση να κλάψω. Αυτοί αξίζουν το χειροκρότημά μας για τη στωϊκότητα τους, περισσότερο από ότι εμείς το δικό τους.

Μετά από τα τέσσερα μαύρα καρβουνιασμένα χιλιόμετρα, ακολουθούν πολλά ακόμα μαύρα για το κορμί χιλιόμετρα. Ήδη πλησιάζοντας τα εικοσιπέντε, με εκείνη την παρατεταμένη ανηφοριά στην Παλλήνη, βλέπεις τις απώλειες να αυξάνονται. Βαδιστές, σερνόμενοι και ακινητοποιημένοι, άλλοι κάνουν διατάσεις. Πολλοί από αυτούς που προσπέρναγαν στην αρχή, τώρα προσπερνιούνται. Τα πολλά γέλια, χάχανα, τραγούδια και κραυγές έχουν καταλαγιάσει. Το ποδοβολητό παραμένει σταθερό και μαζί και αρκετές κουρασμένες ανάσες. Στο εικοσιπέντε με τριάντα τα θύματα αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο. Συναντάς και καμπόσους τυλιγμένους με τις χρυσές ισοθερμικές κουβέρτες στις άκρες του δρόμου. Μέχρι στιγμής η πιο σημαντική αβαρία είναι το δύσκαμπτο αριστερό γόνατο από το 17. Προσπαθώ να κάνω μερικούς πιο γρήγορους και έντονους δρασκελισμούς, αλλά αυτό παραμένει απρόθυμο και επιμένει να τσινάει για να μου θυμίσει ότι τα πρώτα του νιάτα κάπου χάθηκαν. Τα δύσκολα από άποψης αναγλύφου χιλιόμετρα οδεύουν προς το τέλος. Παλλήνη, Γέρακας, Αγιά Παρασκευή. Αρχίζω και αποκτώ και κερκίδα. Κατά σειρά εμφάνισης, ο πατέρας μου, η μεγάλη μου κόρη, κάποιοι φίλοι. Η φίλη και συντρέχτρια Ιφιγένεια που ενώ έκανε όλη την προετοιμασία να βρίσκεται ανάμεσα σε αυτούς που τρέχουν, είχε την ατυχία να την χτυπήσει ένας πυρετός δύο ημέρες πριν και που όμως είχε το κουράγιο τώρα να έρθει για ενθάρρυνση και συμπαράσταση.

 

Καθώς μπαίνουμε στην ισιάδα της Αγίας Παρασκευής ο ρυθμός ανοίγει, πάντα προσεκτικά και μεθοδευμένα. Το μόνο πρόβλημα είναι το μείγμα από νερό και τζελάκια που μοιάζει να κάνει δυσάρεστη βόλτα στο στομάχι μου για να μου σπάσει τα νεύρα. Κάπου κάπου η αμφιβολία αρχίζει και τρυπώνει καθώς το σώμα δοκιμάζεται σε πρωτόγνωρες μέχρι τώρα αποστάσεις και ενώ στην άλλη λωρίδα της λεωφόρου βλέπεις αυξανόμενα τα μπλε λεωφορεία (στρατιωτικά ή της αστυνομίας;) γεμάτα με υπερμεγέθεις ανθρώπινες καραμέλες τυλιγμένες στην κουβέρτα χρυσόχαρτο. Θα τα καταφέρω ή θα πάω τελικά και εγώ έτσι στο Καλλιμάρμαρο; Μπορεί ο Μαραθώνιος να έχει “τον ατελείωτο”, αλλά τώρα πρέπει να τα δώσεις όλα. Τώρα που το κορμί δυσανασχετεί για την κακουχία που το υποβάλεις. Τα βατραχάκια στο στομάχι πρέπει κάπου κοντά να εκκολαφθούν. Δεν πάει τίποτε κάτω. Δεν είναι καιρός για σκέψη. Όσο σκέφτεσαι στην αρχή, τόσο πρέπει να τρέχεις τώρα. Τώρα πρέπει να ρίξεις τα άλογά σου, τώρα αρχίζει ο αγώνας. Αν τα έχεις σκάσει από το ζόρισμα μέχρις εδώ, το μόνο που σου μένει είναι να συρθείς ασθμαίνοντας μέχρι το τέλος.

Πείθεις τον εαυτό σου. Δεν πονάς, δεν υποφέρεις, είσαι κοντά. Έχεις δυνάμεις. Ξέχνα τα στομάχια σου, τα γόνατά σου, τις ανασφάλειές σου. Γρηγορεύει ολοένα ο δρασκελισμός, φεύγουν τα χιλιόμετρα: 33, 34, 35, 36, 37, 38. Ο κόσμος στις αστικές περιοχές πολύς και βοηθάει. Κάποιος με ένα πανό στα αγγλικά: «Ήθελες Κλασικό Μαραθώνιο, ρούφα τα τώρα!».

 

Αμπελόκηποι. Φοβερή έκπληξη! Οι αγαπημένοι μου φίλοι και συντρέχτες που έκαναν τα πέντε και τα δέκα χιλιόμετρα το πρωί, ή και που δεν έτρεχαν, έχουν στήσει κερκίδα! Ο Θωμάς, ο Γρηγόρης, η Εβελίνα, η Ράνια, η Λυδία, η Ντορίτα, η Μαντώ, όλοι τους εκεί. Και φυσικά ο αόρατος φύλακας-άγγελός μου που με νουθετούσε σε όλα αυτά τα χιλιόμετρα. ο δικός μου Τζίμινι Κρίκετ. Η προπονήτρια Κάρολ. Ζητωκραυγάζουν. Κρατούν και πανό. Μόνο ένα πρόλαβα να συγκρατήσω “Γιατί σου πήρε τόση ώρα;”.  Το χιούμορ βοηθάει αυτές τις ώρες.

Δεν έχω καιρό πια και τα πόδια πήραν φωτιά. Οι μύες υπακούουν το πνεύμα αγόγγυστα και με στρατιωτική πειθαρχία. 39,40, 41. Φτάνω. Στην Ηρώδου του Αττικού, λίγες εκατοντάδες μέτρα πριν τη λύτρωση, η τελευταία μεγάλη υπεροχότερη όλων έκπληξη: η μικρή μου κόρη πετάγεται μέσα από το πλήθος να τρέξει τα τελευταία λίγες εκατοντάδες μέτρα μαζί μου.

Τερματισμός. Εκστατικός. Μέσα στο Καλλιμάρμαρο στάδιο, μέσα σε μία πανδαισία ήχων, συναισθημάτων και εικόνων, απίστευτα δύσκολα να σταχυολογήσεις εκείνη την ώρα.

Οφείλεις ένα μπράβο στον εαυτό σου μα κυρίως ένα μεγάλο ευχαριστώ σε αυτούς που ήταν εκεί μαζί σου σε όλη αυτή τη διαδικασία, πριν και κατά τη διάρκεια, και σε τίμησαν στην προσπάθεια σου και βάλανε πολλά μικρά λιθαράκια ώστε να μπορέσεις τώρα να κοκορεύεσαι ότι έβγαλες τον πρώτο σου Κλασικό Μαραθώνιο.

Φάε την μπανάνα σου, πιες το νερό σου και ξεκουράσου. Αύριο ξημερώνει μια καινούρια μέρα.

Και τι μου έμεινε; Το συμπέρασμα ότι ο Μαραθώνιος δεν είναι μόνο ένας αγώνας, είναι και ένα παιγνίδι του μυαλού.

Υπογραφή: ο ανώνυμος ερασιτέχνης δρομέας μεγαλούτσικων αποστάσεων.

Κρίτων. 

 

                                                                                                                       

 

About the Author:myathlete