Μετρώντας τη ζωή σε νότες, λέξεις, χιλιόμετρα και δευτερόλεπτα.

Πρωί – πρωί στο City Link, καθισμένος σε ένα πεζούλι, περιμένω το Χρήστο. Θα τρέξουμε παρέα τα πέντε (5) χιλιόμετρα. Απότομα συνειδητοποιώ πως ένα χρόνο νωρίτερα καθόμουν στο ίδιο πεζούλι και τον περίμενα πάλι για να τρέξουμε τα πέντε (5) χιλιόμετρα μόνο που τότε έκανα πίσω. Πονούσα τόσο από τον τραυματισμό μου που πήρα την πρώτη «ενήλικη» απόφαση της δρομικής μου περιπέτειας: να μην τρέξω ούτε το πεντάρι. Ο χρόνος είναι ο καλύτερος (ή ο χειρότερος – που λέει και ο Αγγελάκας) γιατρός;

Δεν ξέρω για εσάς, αλλά οι δικές μου αναμνήσεις έχουν νότες, λέξεις, χιλιόμετρα, δευτερόλεπτα και συγκίνηση (αυτή προπαντός). Με αυτά πορεύθηκα, γιατροπορεύθηκα, αρρώστησα, θεραπεύτηκα, «έπεσα», «σηκώθηκα» και φτου κι απ’ την αρχή. Δώδεκα μαραθώνιοι μέσα σε δώδεκα χρόνια σε δρόμους γνώριμους αλλά και άγνωστους. Κάπως έτσι φτάσαμε και στο τελευταίο αυτό πεντάρι με τη «ρουτινιάρικη» διαδρομή του και την όποια συγκινησιακή του φόρτιση.

Τρέξαμε, τερματίσαμε, βραχήκαμε, αλλάξαμε ρούχα και «πιάσαμε πόστο» έξω από το Ντυνάν να περιμένουμε τους συντρεχαλατζήδες μας που αγωνίζονταν στα 42. Καθώς ήμουν κρυολογημένος δεν μπόρεσα να καθίσω όσο θα ήθελα. Έτσι, μετά την εμφάνιση των πρώτων, αναχώρησα για το σπίτι. Καθώς ανέβαινα τις σκάλες, μια ερώτηση με επισκέφτηκε: «δηλαδή, θα τρέχεις πάντα; Για πάντα;» 

Μοιάζει απλή η ερώτηση. Δεν είναι, όμως. Ποιο είναι το κίνητρο που σε κάνει να «χαπακώνεσαι» και να χρησιμοποιείς όλα τα «γιατροσόφια» προκειμένου να τρέξεις έναν λαϊκό αγώνα αν και κρυολογημένος; Ποιο είναι το κίνητρο που θα σε κάνει, αν σε κάνει, να τρέχεις ως τα γεράματα; Θυμάμαι μια κουβέντα του μεγάλου Ομπράντοβιτς, όταν τον ρώτησαν το μυστικό της επιτυχίας του σπουδαίου Παναθηναϊκού του: «βρίσκουμε το κίνητρο κάθε φορά». Ποιο είναι, λοιπόν, το κίνητρο ενός καθημερινού δρομέα των λαϊκών δρόμων και της ερασιτεχνικής άθλησης; Τι σε κάνει να τρέχεις για δέκατη φορά την ίδια διαδρομή; Τι σε κάνει να «οργώνεις» τους δρόμους της γειτονιάς σου και να σε δείχνουν με το δάχτυλο οι μαγαζάτορες σαν «τον τρελό του χωριού»;

Πάμε για τις απαντήσεις, το λοιπόν: δεν ξέρω τίποτα. Μπορεί να τρέχω ως το τέλος, μπορεί και να σταματήσω την επόμενη Κυριακή. Όσο, όμως, θα αντλώ συγκίνηση από αυτή τη δραστηριότητα, όσο θα κάνω φίλους, όσο θα παίρνω δύναμη, όσο θα αισθάνομαι αυτή την παράξενη θαλπωρή της κοινότητας, όσο θα νοιάζομαι τους συντρεχαλατζήδες μου κι όσο θα με κουβαλάει και θα με αντέχει το κορμάκι,  θα τρέχω. Για μένα και μερικούς (λίγους) ανθρώπους που καταλαβαίνουν.

Βουρ, λοιπόν. Βουρ, ως το (όποιο) τέλος!

Γιώργος Μυζάλης

About the Author :

START TYPING AND PRESS ENTER TO SEARCH