Επιστροφή από τον Άδη.

Δεν πρόκειται για κάποια μυθική ιστορία με Ήρωα τον Ηρακλή, αλλά για την εμπειρία που βιώνουν αρκετοί αθλητές υπεραποστάσεων κατά διάρκεια μιας πολύωρης προσπάθειας.

Μια τέτοια εμπειρία δεν θα μπορούσε να λείπει από μια διοργάνωση Brevet με περισσότερα από 4000 μέτρα υψομετρικής διαφοράς. Και αν κάτι έχει σε αφθονία η αρκαδική γη είναι τα βουνά… και η γουρουνοπούλα, αλλά σε δεύτερο χρόνο.

Το myathlete έχει στενή σχέση με τα Brevet λόγω της αγάπης που τρέφει για αυτά η προπονήτριά μας, Αγγελική Σκούμπα. Παρά ταύτα, προσωπικά έχω ελάχιστη εμπειρία στις υπεραποστάσεις, καθώς οι φορές που έχω ξεπεράσει τα 200 χιλιόμετρα σε μια βόλτα, μπορούν να μετρηθούν στα δάχτυλα του ενός χεριού. Όσο για τους συνοδοιπόρους μου, κανένας δεν είχε αγγίξει αυτή την απόσταση έως τώρα…

Η απόφαση για τη συμμετοχή μας σε αυτή τη διοργάνωση της ΠΕΠΑ έγινε πολύ εύκολη, όταν είδαμε μερικά από τα χωριά που διέσχιζε τη διαδρομή. Ανδρίτσαινα, Δημητσάνα, Καρύταινα, Στεμνίτσα… πως να μην θέλουμε να τα επισκεφτούμε όλα με τη μία;

Πειρατικά, χωρίς μητρώο συμμετοχής δηλαδή, ήρθαν δύο ακόμα φίλοι. Δύο δρομείς βουνού. Ο Γιώργος και ο Κώστας. Μπορούν να περιγραφούν με μια λέξη: γεροδεμένοι. Κανένας τους δεν είχε κάνει περισσότερα από 160 χιλιόμετρα, όμως είχαν την εμπειρία της πολύωρης προσπάθειας από τις δρομικές εξορμήσεις τους και φυσικά είχαν καρδιά ικανή να υποστηρίξει το εγχείρημα.

Η “πόρτα” εκκίνησης άνοιγε στις 8.00 το πρωί της 28ης Ιουλίου. Το Δασοχώρι ακόμη κοιμόταν. Μόνο μια χούφτα ανθρώποι καθόντουσαν στην είσοδο του “πολιτιστικού κέντρου”. Γνωστά πρόσωπα και παρά το πρωινό ξύπνημα, χαμογελαστά. Όλοι τους, άνθρωποι εμπλεκόμενοι με την ποδηλασία. Από αυτούς που “ορίζουν το παιχνίδι” όταν εμείς οι ποδηλάτες θέλουμε να “παίξουμε”.

Πήραμε τις κάρτες μας, αυτές που θα σφραγίζαμε στα δύο προκαθορισμένα σημεία κοντρόλ της διαδρομής, και κουμπώσαμε πετάλια. Πρώτο κοντρόλ: Ανδρίτσαινα, στο 65ο χλμ της διαδρομής, δεύτερο κοντρόλ: Δημητσάνα, στο 125ο.

Κατηφορίσαμε προς το Διαβολίτσι και τη σαββατιάτικη λαϊκή του. Χωριό του αγαπημένου μας φωτογράφου, Πέτρου Γκότση τον οποίο η καλή μας τύχη έφερε στο κατάλληλο σημείο την κατάλληλη στιγμή. Άλλο πράγμα να απαθανατίζει την προσπάθειά σου ο κολλητός σου με το ιδρωμένο κινητό του και άλλο να την απαθανατίζει ο Πέτρος.

Δρόμοι γεμάτοι απολαυστικές φουρκέτες και καταπράσινα τοπία με καστανιές, πλατανιές, αγριολούλουδα και αρμυρήθρες. Από νωρίς αρχίσαμε να λιώνουμε τα τακάκια μας.

Η πρώτη δύσκολη ανάβαση ήρθε στο 20ο κιόλας χιλιόμετρο, στην Κάτω Μέλπεια, με κλίσεις που φλέρταραν το δεύτερο ψηφίο. Ανεβήκαμε στα 500 μέτρα και από εκεί δεν πέσαμε μέχρι το 80ο χιλιόμετρο.

Η πρωινή δροσιά κράταγε τα παγούρια μας σε χαμηλή θερμοκρασία και τα χέρια μας στα φρένα. Λίγη υγρασία και θα κουβαλούσαμε, στην καλύτερη περίπτωση, ένα έγκαυμα για τις επόμενες επτά ώρες.

Ένα σκασμένο ελαστικό μας καθυστέρησε για μερικά λεπτά, μα σύντομα ήμαστε και πάλι στο δρόμο προς την Ανδρίτσαινα. Ανάμεσα σε εμάς και αυτή, μια επιβλητική ανάβαση στα 1100μ.

Βάλαμε τα δυνατά μας. Αντιμετωπίσαμε τα τσοπανόσκυλα με αυτοπεποίθηση, τις κλίσεις με υπομονή και τη σκέψη πως βρισκόμαστε ακόμη στο πρώτο τέταρτο της διαδρομής, την αφήσαμε να υποβόσκει στο πίσω μέρος του μυαλού μας.

Παρά το υψόμετρο που βρισκόμαστε, η μαύρη πεύκη δεν έκανε ποτέ την εμφάνισή της. Πρόκειται για το δέντρο που οι πιο “αδιάβαστοι” συχνά μπερδεύουν με την ελάτη, την παρουσία της οποίας έχουμε συνδέσει με το υψηλό υψόμετρο. Άλλα δέντρα μας έκαναν συντροφιά μέχρι να βρεθούμε στο διάσελο και να κατηφορίσουμε προς την Ανδρίτσαινα και το πρώτο κοντρόλ της διοργάνωσης. Εκεί, ο κος Καλαπόδης μας κέρασε καφέ, μας υπέδειξε τον κοντινότερο φούρνο για αγορά προμηθειών και μας έδωσε την ευχή του …και βέβαια τη σφραγίδα του. Γεμίσαμε παγούρια στον πλάτανο της πλατείας και φύγαμε για Θεισόα, όπου θα αφήναμε πίσω μας τη νοτιοανατολική άκρη του Νομού Ηλείας.

Ανεβοκατεβαίνοντας στο χαρακτηριστικό τερέν της Αρκαδίας φτάσαμε στον κόμβο της Καρύταινας. Στρίψαμε αριστερά και αρχίσαμε να ανηφορίζουμε με θέα το μεσαιωνικό κάστρο της. Πλησίαζε το μεσημέρι και οι χωριανοί ετοιμαζόντουσαν για την καθιερωμένη τους σιέστα. Περάσαμε χαζεύοντας τα γραφικά σπιτάκια και την όμορφη θέα του χωριού. Τέσσερις πολύχρωμες φιγούρες μέσα στο καφέ-γκρι της πέτρας και το πράσινο της πλούσιας αρκαδικής χλωρίδας.

Κατηφορίσαμε για ακόμη πέντε χιλιόμετρα, έως ότου φτάσαμε στη βάση της ανάβασης προς τα χωριά Ατσίχωλος και Βλαχορράπτης, στις δυτικές πλαγιές του Λούσιου.

Είχαμε διανύσει 95 χιλιόμετρα με μεγάλες υψομετρικές διαφορές. Με περισσότερες από τρεις ώρες στη σέλα, η ζέστη και η κούραση άρχισαν να μας καταβάλουν.

Στις πρώτες ανηφοριές έσπασε μια ακτίνα από τον τροχό του Γιώργου. Μαχαίρι στην καρδιά το άκουσμα της. Ρυθμίσαμε το φρένο, τη δέσαμε γύρω από δύο άλλες ακτίνες, μα η ζημιά είχε γίνει. Χάσαμε για δεύτερη φορά, μετά το σκασμένο ελαστικό, τον ρυθμό μας και ο Γιώργος έχασε το ακμαίο ηθικό του.

Λίγο πιο πάνω η παρέα έσπασε. Ακολούθησα τον τροχό του Κωνσταντίνου, ο οποίος αναγκαστικά πατούσε δυνατά μη αντέχοντας τη μαλθακότητα της ακατάλληλης για την περίσταση κασέτας του. Κολλημένος στη ρόδα του, υπολόγιζα πόσο θα μου πάρει να ξεψυχήσω. Η ενέργειά μου έσταζε στην άσφαλτο σαν βενζίνη από τρύπιο ντεπόζιτο. Τα μονόωρα ποδηλατικά μου απογεύματα έπαιρναν την εκδίκησή τους. Προσπαθούσαν να συγκρίνω αυτή την κόπωση, με την κόπωση ενός δυνατού αγώνα. Δύο διαφορετικές καταστάσεις που οδηγούσαν στο ίδιο αποτέλεσμα.

Σε έναν αγώνα, θα έκαιγα τα σπίρτα της ενέργειάς μου ένα-ένα μέχρι να πάρω αυτό που θέλω ή να χαθώ στο πλήθος. Εδώ, λίγο λίγο, χωρίς να πιεστώ, είχα στύψει και την τελευταία ρανίδα των αποθηκών μου. Δεν είχα παράξει ούτε ένα μιλιμόλ γαλακτικού οξέος και να ΄μουν, αργόσβηνα πίσω από τη ρόδα του φίλου μου, στη μέση του πουθενά. Κηλίδες ούρων από τα κοπάδια των κατσικιών λέρωναν την άσφαλτο. Περνούσα την ώρα μου κοιτώντας πόσο κοντά ήταν η μια στην άλλη. Περιμένοντας να φτάσω στον απόλυτο πάτο.

 Όταν φτάσεις στον πάτο υπάρχει μόνο μια διέξοδος, να καταφέρεις να σηκωθείς. Εκεί είναι που το μυαλό αναλαμβάνει να αναστήσει το σώμα.

Δεν πήγαινε άλλο. Είπα στον Κωνσταντίνο να με αφήσει να δώσω ρυθμό. Μια ελαφριά μείωση θα μου επέτρεπε να βρω τον εαυτό μου. Έπρεπε να βγω από τον Άδη. Κατεβάζοντας μπουκιές από παστέλι αναμεμιγμένες με γουλιές νερού, πάλευα να βρω ανάσες.

Θα τα κατάφερνα μια χαρά, αν δεν βρισκόταν μπροστά μας ένας ανηφορικός χωματόδρομος μήκους δύο χιλιομέτρων. Πατημένο χώμα από τα δεκάδες αγροτικά που είχαν περάσει από το σημείο. Μας έδωσε την ευκαιρία να ξεχαστούμε και να θαυμάσουμε την ευρηματικότητα των διοργανωτών, όμως έπεσε σαν κεραυνός στα ήδη καταπονημένα μας πόδια.

Πατήσαμε ξανά άσφαλτο στο χωριό Μάρκος. Πλησιάζαμε στη Δημητσάνα. Λίγα ανηφορικά χιλιόμετρα ακόμη μέχρι τη Ζάτουνα και έπειτα η κατηφόρα θα μας εξιλέωνε.

Ζέστη, ανηφόρα και χωματόδρομος με 25άρια ελαστικά. Ένας αξέχαστος συνδυασμός.

Ένιωθα ήδη καλύτερα, έχοντας πάρει μια δεύτερη πνοή στην έξοδο από τον χωματόδρομο. Ήμαστε από τους πρώτους που έφτασαν στο κοντρόλ της Δημητσάνας. Η πρωτεύουσα της Γορτυνίας ήταν σχεδόν άδεια λόγω ώρας. Δυο κρουασάν από τη διοργάνωση, μια κόκα κόλα. Δύο κουβέντες με τους κατοίκους που μας ρωτούσαν από που ήρθαμε και που πάμε (ακούσαμε και το εξαιρετικό “όλο πιλαλάτε; κάτω δε γκάθεστε καθόλου;”) και κουμπώσαμε πάλι. Αυτή τη φορά, σκοπός μας ήταν να φτάσουμε στη Μεγαλόπολη. Από εκεί και πέρα, ότι έβρεχε ας κατέβαζε… μας περίμενε πολλή ανηφόρα.

Ανασύνταξη δυνάμεων στη Δημητσάνα.
Ανασύνταξη δυνάμεων στη Δημητσάνα.

Δεν ξέρω αν έφταιξαν οι στάσεις, το φαγητό, το πείσμα μου να ολοκληρώσω αυτό που ξεκίνησα ή τα τοπία που τώρα έπαιρναν μια άλλη τροπή, αλλά έβρισκα σιγά-σιγά τον εαυτό μου. Πλησιάζαμε τη Στεμνίτσα, Υψούντα όπως ήταν το αρχαίο της όνομα, το οποίο, χτισμένη στα 1080μ. δικαιολογούσε απερίφραστα. Η μαύρη πεύκη και η κεφαλληνιακή ελάτη έκαναν την εμφάνισή τους, καλύπτοντάς μας από τον μεσημεριανό ήλιο. Θα ανεβαίναμε στα 1300 μ. στο πιο ψηλό σημείο της διαδρομής μας, αλλά πλέον δεν μας απασχολούσε καθόλου. Είχαμε αποδεχτεί την κόπωσή μας και δουλεύαμε με αυτή. Προς το παρόν, θα χορταίναμε την όρασή μας!

Όπως όλα τα ωραία τελειώνουν έτσι τελείωσε και το πυκνό δάσος του Μαινάλου. Αρχίσαμε να κατηφορίζουμε προς τη Μεγαλόπολη, γρήγορα μα προσεκτικά σε ένα δρόμο που δεν γνωρίζαμε.

Περάσαμε τη Νέα Εκκλησούλα, ένα πεδινό χωριό, όπως θα το χαρακτήριζε ένας συνηθισμένος στα ψηλά βουνά Τριπολιτσιώτης, παρά το γεγονός ότι βρίσκεται στα 400 μέτρα από το επίπεδο της θάλασσας.

Κάπου εκεί κάναμε το μόνο μας στραβοπάτημα στη διαδρομή και θα ζούσαμε για να μετανιώσουμε κάθε μέτρο του. Στη διασταύρωση για Μεγαλόπολη στρίψαμε προς τη λάθος κατεύθυνση. Το καταλάβαμε περίπου έξι χιλιόμετρα παρακάτω, έχοντας ήδη μοχθήσει για να φτάσουμε ως εκεί, μέσα στη ζέστη της πεδιάδας. Είχαμε δύο επιλογές μόλις καταλάβαμε το λάθος μας. Είτε να παρακάμψουμε τη Μεγαλόπολη και να βγούμε απευθείας στο χωριό Χωρέμης, έχοντας γράψει περίπου τα ίδια χιλιόμετρα με την αρχική διαδρομή, είτε να επιστρέψουμε στη διασταύρωση και να κάνουμε τα πράγματα σωστά. Σκύψαμε το κεφάλι και αρχίσαμε να οδεύουμε προς τη Μεγαλόπολη και τα δύο θερμοηλεκτρικά εργοστάσιά της. Τα φουγάρα των οποίων δεν κοιμόντουσαν ποτέ. Έφτυναν καπνούς μέρα-νύχτα, δίνοντας στην περιοχή μια απόκοσμη όψη.

Και η Μεγαλόπολη κοιμόταν. Ελάχιστοι ήταν στους δρόμους. Η ώρα πέντε και εμείς ακόμα εκεί, διανύαμε την έβδομη ώρα μας στη σέλα. Δουλέψαμε λίγες αλλαγές, μετά βαρεθήκαμε και το ρίξαμε στην κουβέντα, έπειτα σωπάσαμε. Με τα πολλά, αδειάζοντας για πολλοστή φορά τα παγούρια μας, φτάσαμε έξω από το Πετροβούνι. Ήταν η αρχή του τέλους. Του δικού μας ή του brevet; Έμενε να μάθουμε.

Βρισκόμαστε στα 400 μέτρα. Έπρεπε να ανηφορίσουμε έως τα 880μ, να κατηφορίσουμε στα 500μ. και να ανηφορίσουμε ξανά προς τα 670μ. Όλα αυτά μέσα σε 18 (δεκαοκτώ) χιλιόμετρα. Ακόμα και εκείνη τη στιγμή να ξεκινούσε η βόλτα μας, μια τέτοια διαδρομή θα αρκούσε για να μας στείλει απευθείας σε πανηγύρι γουρ’νοπούλας. Τώρα όμως δεν είχαμε επιλογή. Θα αντιμετωπίζαμε κάθε μέτρο. Πρώτος στόχος ήταν να φτάσουμε στον Ίσαρη, το χωριό που μας είχε φιλοξενήσει το βράδυ της Παρασκευής, όταν το φεγγάρι βάφτηκε κόκκινο στη μεγαλύτερη έκλειψη της Σελήνης για τον 21ο αιώνα. Εκεί θα δροσιζόμασταν στο παγωμένο νερό της πηγής και θα κουμπώναμε πετάλια για τα τελευταία οκτώ χιλιόμετρα.

Η κακουχία έχει τη δυνατότητα να κρύβεται καλά πίσω από ένα ζευγάρι γυαλιά και ένα κράνος.

Είχαμε βγει πλέον από το σώμα μας. Οι πόνοι είχαν χαθεί και έμενε μόνο ένα κουφάρι να ποδηλατεί απλώς για να μην πέσει στο πλάι. Ή τουλάχιστον έτσι νιώθαμε. Ως αγωνιζόμενοι, δεν έχουμε συνηθίσει να ασκούμαστε με τόσο μειωμένα αποθέματα ενέργειας και σε τόσο χαμηλούς ρυθμούς, οπότε, ανήμποροι να επηρεάσουμε την κίνησή μας, μέναμε να θαυμάζουμε την ικανότητα του ανθρώπινου σώματος. Για ακόμη μια φορά βέβαια, το τοπίο ήταν αρωγός στην προσπάθειά μας.

Φτάσαμε στον Ίσαρη, πλύναμε τα πρόσωπά μας, βρέξαμε τα πόδια μας και ξεκινήσαμε για την τελευταία πράξη. Πλέον ξέραμε πως θα τα καταφέρουμε, οπότε η διάθεσή μας άρχισε να επηρεάζει το σώμα μας. Αντιμετωπίσαμε θαρραλέα την τελευταία ανηφόρα και να σου το Δασοχώρι στο τέλος της στροφής! Τα καταφέραμε. Σφραγίσαμε και καθίσαμε στη σκιά του πολιτιστικού κέντρου, χωνεύοντας και απολαμβάνοντας όσα είχαν συμβεί.

Απλά και οικογενειακά, η γραμματεία περίμενε τις αφίξεις των θαρραλέων .

Ο επόμενος τερματισμός ήταν του Κώστα. Ο δρομέας είχε δείξει χαρακτήρα. Παρ’ ότι ο Γιώργος είχε μείνει πίσω λόγω του μηχανικού του προβλήματος και θα επέστρεφε με αυτοκίνητο, ο Κώστας Τζίκας είχε συνεχίσει μοναχικά το δρόμο του, εκεί που πολλοί ποδηλάτες θα τα είχαν παρατήσει.

Το βράδυ στο χωριό θα λάμβανε χώρα το πολυπόθητο πανηγύρι της γουρ’νοπούλας και ο Κώστας θα έπαιρνε το βραβείο που του άξιζε!

Για την ιστορία:

  • 08.38 ώρες ποδηλασίας
  • 25,3 χλμ/ώρα
  • 80 στροφές/λεπτό
  • 323 TSS

About the Author :

START TYPING AND PRESS ENTER TO SEARCH