Είναι μακρύς δρόμος αλλά αξίζει κάθε ανηφόρα του.

Με αφορμή το άρθρο περί πρωταθλητισμού της περασμένης εβδομάδας, μου ζητήθηκε να αναφερθώ εκτενέστερα στις περιπέτειες που σμίλεψαν τη δική μου ποδηλατική πορεία στο χρόνο.

Είμαι βέβαιος πως αρκετοί αθλητές θα ταυτιστούν με τα γεγονότα που θα παρουσιάσω. Άλλωστε, σε αυτό το ταξίδι δεν υπάρχουν παρακάμψεις. Πρέπει να πέσεις και να σηκωθείς για να συνεχίσεις. Αν μείνεις κάτω, το ταξίδι τελειώνει.

Ήταν 2009 και η ομάδα ετοιμαζόταν για μια ακόμα διεκδίκηση τίτλου. Είχαμε ήδη στεφθεί πρωταθλητές Ελλάδας στον αγώνισμα της ομαδικής καταδίωξης επί δύο συναπτά έτη. Ξέραμε να το κάνουμε. Θα το κάναμε ξανά. Το ζητούμενο ήταν η επίδοση και για να επιτευχθεί, χρειαζόταν κινήσεις ακριβείας. Σε κάθε αλλαγή μου, από την κεφαλή στο πίσω μέρος της τετράδας “ξύριζα” την ρόδα του μπροστινού μου. Τον ήξερα καλά πλέον και δοκίμαζα τα όριά μου.

Πανελλήνιο Πρωτάθλημα ομαδικής χρονομέτρησης 2008, Τρίπολη.

Είχα μόλις αγοράσει ένα νέο κολάν και εκείνη τη μέρα το φορούσα για πρώτη φορά. Κάποιος μου είπε “καλά στην πίστα βρήκες να το βάλεις”. Συχνά πέφταμε στο ξύλο και σκίζαμε τα ρούχα μας, δημιουργώντας τα λεγόμενα “μπιφτέκια” σε γλουτούς και χέρια.

Ταξιδεύαμε μέσα στο Ολυμπιακό ποδηλατοδρόμιο με περισσότερα από 55 χλμ/ώρα. Έκανα την αλλαγή και ήταν η μοναδική φορά που υπολόγισα λάθος. Πριν το καταλάβω σερνόμουν στο κακοδιατηρημένο αφρικανικό ξύλο, για να σταματήσω από την τριβή στον λευκό πλαστικό τάπητα που συμπληρώνει το δάπεδο της πίστας.

Είχα πέσει δεκάδες φορές και με πιο τραυματικά αποτελέσματα, όμως αυτή ήταν διαφορετική. Πέρα από τις ακίδες που γέμισαν το γλουτό και την πλάτη μου, ένα συμπαγές κομμάτι ξύλου είχε διαπεράσει το μπούτι μου, δημιουργώντας ένα πρωτοφανές piercing. Όσο για το καινούριο μου κολάν, ό,τι απέμεινε το έκοψε ο χειρούργος με το ψαλίδι πριν αρχίσει να σκαλίζει ανεπανόρθωτα τον έξω πλατύ μυ μου.

Χρειάστηκαν δύο χειρουργεία για να βγάλω τα περισσότερα κομμάτια ξύλου από το πόδι μου. Και τα δύο χωρίς κανενός είδους τοπική αναισθησία, ώστε να είναι διαχειρίσιμο το δέρμα στο σημείο. Όταν κατάφερα να ποδηλατήσω ξανά, ένιωθα ένα μούδιασμα σε συγκεκριμένες στάσεις πάνω στη σέλα. Για τα επόμενα δύο χρόνια δεν ξέχασα ούτε στιγμή αυτό το τραύμα, αλλά μπροστά σε αυτό που ακολούθησε ήταν μόνο σταγόνα στον ωκεανό. Ακόμα και σήμερα έχω μικρά κομμάτια του αφρικανικού ξύλου “Afzelia”κοινώς ντουσιέ, στο μπούτι και τον γλουτό μου. Πλέον τα δείχνω και γελάω.

Από την πρώτη στιγμή φάνηκε πως αυτό το τραύμα έχριζε ιδιαίτερης μεταχείρισης.

Δεν συμμετείχα σε εκείνο το πανελλήνιο πρωτάθλημα πίστας όμως η ομάδα του Θησέα και πάλι κέρδισε την πρώτη θέση. Λίγους μήνες μετά όμως, συμμετείχα στο πανελλήνιο πρωτάθλημα δρόμου, βοηθώντας τον συναθλητή μου τότε στην World of Bike, Δημήτρη Γκαλιούρη, να φτάσει στο βάθρο. Κατέκτησα τη δέκατη θέση ρολάροντας στη γραμμή τερματισμού και ήξερα πως έχω τα πόδια να πάρω τις δικές μου ευκαιρίες στο μέλλον.

Ήμουν μέλος της εθνικής ομάδας δρόμου και πίστας. Το σώμα μου, παρά τον πρόσφατο τραυματισμό, ήταν σε άριστη κατάσταση. Γύριζα σπίτι και η μητέρα μου είχε πάντα έτοιμο φαγητό και ρούχα πλυμένα. Τι μπορούσε να πάει στραβά;

Αγωνίστηκα στο Ευρωπαϊκό πρωτάθλημα δρόμου και θεωρήθηκε επιτυχία ότι κατάφερα, μαζί με ακόμα έναν συναθλητή μου, να τερματίσω την κούρσα. Από τα πέντε μέλη της εθνικής ομάδας είχαμε τερματίσει οι δύο. Ακολούθησε το Ευρωπαϊκό πρωτάθλημα πίστας και μια πολυπληθής αποστολή με τα ελληνικά χρώματα βρέθηκε στην Λευκορωσία για να αγωνιστεί. Δεν ήμουν στα καλύτερά μου. Είχα χάσει βάρος και τα έβρισκα σκούρα με τον ρυθμό της πίστας. Φυσικά δεν το καταλάβαινα. Το χαμηλό βάρος ήταν το παν στο άθλημά μας-νόμιζα. Μια μέρα πριν τον αγώνα βγήκα μόνος μου για χαλάρωμα στους δρόμους του Μινσκ. Ο δρόμος ήταν άδειος. Κοιτούσα τα σκαράκια των παπουτσιών μου προσπαθώντας να δω πως θα τα ρυθμίσω σωστά. Όλοι τότε φορούσαμε σκαράκια με μηδενική κίνηση στο πόδι. Μια που κούμπωνες, μια που ξεκούμπωνες και η φτέρνα δεν κούναγε χιλιοστό. Τα γόνατά μας πονούσαν αλλά κανείς δεν μας είχε πει τον λόγο. Κανείς δεν ήξερε.

Τσέκαρα τον δρόμο. Άδειος. Τσέκαρα τα σκαράκια, σκέφτηκα πως πρέπει να να ξεβιδώσω και να τα ισιώσω ξανά. Ήταν το τελευταίο πράγμα που σκέφτηκα πριν σταματήσω βίαια στο πόρτ-μπαγκάζ ενός Ι.Χ. σταματημένου στη δεξιά λωρίδα. Έσπασα τρία δόντια και άνοιξα το γόνατό μου σαν τριαντάφυλλο στο αριστερό φανάρι του οχήματος. Ήταν τόσο καθαρό άνοιγμα που θα μπορούσε κανείς να διδάξει ανατομία σε πραγματικές συνθήκες. Πρώτη μου σκέψη: “θα μπορέσω να ξανακάνω ποδήλατο;”

Πέρασα τρία βράδια στο νοσοκομείο του Μινσκ και ένα μήνα με το πόδι σε πλήρη ακινησία. Όταν καβάλησα ξανά το ποδήλατο, ο δεξής μου τετρακέφαλος ήταν μισός από τον αριστερό. Ένιωθα το δέρμα να τραβιέται σε κάθε πεταλιά και την επιγονατίδα να υπολειτουργεί.

Σε όλα αυτά είχα την πλήρη στήριξη της οικογένειάς μου και τη στήριξη της ομάδας μου. Από την άλλη, δεν ένιωθα πως είχα τα πόδια για μια ποδηλατική καριέρα. Αμφιταλαντευόμουν ανάμεσα στον πρωταθλητισμό και μια σχολή που πήγαινε κατά διαόλου. Ήταν Αύγουστος του 2009 και δύο κακές στιγμές γκρέμιζαν όσα με κόπο είχα χτίσει τον προηγούμενο ενάμιση χρόνο. Δεύτερη θέση στο πανελλήνιο πρωτάθλημα εφήβων, πρώτη θέση στο πανελλήνιο κύπελλο δρόμου, βάθρα στο πανελλήνιο πρωτάθλημα πίστας και στα πανελλήνια κύπελλα, μια τρίτη θέση στην πρώτη μου συμμετοχή ως U23 στη γενική ανδρών του Γύρου Θυσίας και πολλά άλλα. Αυτά τα αποτελέσματα με έκαναν να πιστεύω πως αξίζει να προσπαθήσω αν επανέλθω.

Τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς ταξίδεψα με τη World of Bike στη Σερβία για τον Γύρο της Βοϊβοντίνα, όπου έδειξα ότι ακόμα “το έχω”. Ήταν ο πρώτος μου αγώνας μετά τον τραυματισμό και κατάφερα να είμαι στο ξεκόλλημα της ημέρας, τερματίζοντας στη 12η θέση, οκτώ λεπτά μπροστά από το κυρίως γκρουπ. Την επόμενη μέρα, μια πτώση υπό βροχή έσπασε το ποδήλατό μου και με ανάγκασε σε εγκατάλειψη. Μετά από μια διανυκτέρευση, η ομάδα κατέβηκε στη Λάρισα για την πρώτη ανάβαση Σπηλιάς, όπου με δανικό ποδήλατο κέρδισα τον αγώνα υπό βροχή.

Μετά άρχισαν τα προβλήματα. Το τραυματισμένο μου πόδι άρχισε να με ενοχλεί, ενώ και το άλλο πόδι εμφάνισε μια τενοντίτιδα. Εικάζω πως προκλήθηκε από την επιπλέον φόρτιση αλλά και από τα σκαράκια με τη μηδενική κίνηση.

Η χειμερινή μου προετοιμασία ήταν ελλιπής και ενώ είχα ένα καλό ξεκίνημα με νίκη στον Γύρο Γεροσκήπου στην Κύπρο, δεν ένιωθα την παλιά μου ευεξία.

Το 2010 ήταν μια μέτρια χρονιά, στην οποία κυνηγούσα τον παλιό μου εαυτό. Το 2011, αγωνίστηκα σε τέσσερις διεθνείς Γύρους, σε Τουρκία, Μαρόκο και Ελλάδα, πήρα πολύτιμη αγωνιστική εμπειρία, έφτασα κοντά στην επιτυχία, αλλά πάντα μου έλειπε αυτό το 1% που θα έφερνε το μεγάλο αποτέλεσμα.

Ενδέκατο και τελευταίο ετάπ Γύρου Μαρόκου, υπό βροχή. Ξεκίνησα μια επίθεση 80 χιλιομέτρων και έχασα το βάθρο στα τελευταία τρία χιλιόμετρα. Δίπλα μου, ο Leonardo Pinizzotto της Miche κέρδισε το ετάπ.

Όπως κάθε νέος αθλητής, φόρτωνα τον εαυτό μου με άγχος, έχανα την ουσία της ενασχόλησής μου με την ποδηλασία και φοβόμουν τη στιγμή που θα έπρεπε να βγω στην αγορά εργασίας και να αφήσω την προπονητική μου αποκατάσταση σε δεύτερη μοίρα. Αν ήταν τόσο δύσκολο τώρα που είχα την υποστήριξη της οικογένειας, μετά θα ήταν αδύνατο-νόμιζα.

Έκανα ένα ακόμη μεγάλο σφάλμα. Χάθηκα στα λόγια των γύρω μου. Όλοι μου έλεγαν πόσο καλός ανηφορίστας είμαι και πόσο αξιοθαύμαστο είναι το μικρό ποσοστό λίπους των μεγάλων αθλητών. Κατέληξα στο συμπέρασμα πως πρέπει να δείχνω σαν ανηφορίστας. Λες και έτσι θα εξισορροπούσα το χαμένο χρόνο που μου κόστισαν οι τραυματισμοί μου. Επιχείρησα να χάσω βάρος μέσω μιας ελεγχόμενης διατροφής. Άγγιξα τα 58 κιλά με το δερματοπτυχόμετρο να δείχνει 4% συνολικό λίπος. Είχα εξαιρετική φλεβικότητα και καλοδεχόμουν τον θαυμασμό των συναθλητών μου, μέχρι που ο οργανισμός σήμανε συναγερμό. Εκ των υστέρων, θα έλεγα πως έπασχα από ορθορεξία. Δεν έτρωγα τίποτα “μη-υγειινό”. Άρχισα να έχω εκνευρισμό, να μην έχω όρεξη να βγω για προπόνηση και να αδιαφορώ για τη σχέση μου. Μετά από αιματολογικές εξετάσεις, βρέθηκα με ποσοστά τεστοστερόνης χαμηλότερα από το κατώτερο γυναικείο όριο. Είχα διαταράξει τις ορμόνες του οργανισμού μου σε τέτοιο βαθμό που οι γιατροί -αδαείς από αθλητισμό και παρόμοιες καταστάσεις- ρωτούσαν τη μητέρα μου τι φάρμακα είχα πάρει. Όχι, δεν είχα πάρει, αλλά στην προσπάθειά μου να βελτιωθώ, είχα σκάψει το λάκκο μου.

Ανάβαση ατομικής χρονομέτρησης Υμηττού. 2010. Φωτογραφία: Γιάννης Γαζέτας.

Τον Ιούνιο του 2010, ενώ βρισκόμουν στην πρώτη γραμμή ενός αγώνα, έκανα στην άκρη και φρέναρα. Εγκατέλειψα την κούρσα χαμένος στις σκέψεις μου και πέρασα όλο το Καλοκαίρι χωρίς να καβαλήσω ποδήλατο. Στα τελευταία δεκατρία χρόνια της ζωής μου, αυτή ήταν η μεγαλύτερη χρονική περίοδος στην οποία έμεινα μακριά από τη σέλα. Είχα καταφέρει να φορτώσω τον εαυτό μου με τόσες σκέψεις, ψυχαναγκασμούς και ανασφάλειες, που με οδήγησαν τελικά στην παραίτηση. Έμαθα με τον δύσκολο τρόπο, γιατί δεν άκουσα όσους είχαν κάτι να μου πουν και δεν είχα άλλους να μου πουν κάτι παραπάνω.

Κλείνω αυτή την αφήγηση εδώ, στο χαμηλότερο σημείο της ποδηλατικής μου πορείας, για να επανέλθω την επόμενη εβδομάδα με τη συνέχεια, η οποία φυσικά ακόμα γράφεται και ευελπιστώ να μην τελειώσει σύντομα. Σκοπεύω να αναφερθώ στις σχέσεις προπονητή-αθλητή, στην ανικανότητα μερικών ανθρώπων να ανταποκριθούν στα καθήκοντά τους και στο πάντρεμα αθλητισμού και βιοπορισμού. 

Μέχρι την επόμενη φορά, καλές προπονήσεις.

About the Author :

START TYPING AND PRESS ENTER TO SEARCH