Χαρακτηριστικά και φυσιολογικές απαιτήσεις δρόμων ημιαντοχής και αντοχής.

Τα αγωνίσματα αντοχής που συμπεριλαμβάνονται στο πρόγραμμα των Ολυμπιακών Αγώνων και διεξάγονται εντός σταδίου, αφορούν στους δρόμους μεσαίων αποστάσεων (800μ. και 1500μ.) και μεγάλων αποστάσεων (5χιλ. και 10χιλ.)

Η διάρκεια και η ένταση καθενός από τα τέσσερα αυτά αγωνίσματα καθορίζουν και τη σχετική συμμετοχή των τριών ενεργειακών συστημάτων, του συστήματος ATP-Φωσφοκρεατίνης (PCr), του γλυκολυτικού (αναερόβιος μηχανισμός) και του οξειδωτικού συστήματος (αερόβιος μηχανισμός) στην παραγωγή ATP. Αν και δραστηριοποιούνται όλα τα συστήματα, ταυτόχρονα ή συμπληρωματικά, εντούτοις σε κάθε ένα από τα αγωνίσματα υπερτερεί κάποιο ενεργειακό σύστημα. Έτσι για τα 800μ. και 1500μ., των οποίων η διάρκεια είναι γύρω στα 2 και 4 λεπτά περίπου αντίστοιχα, η συμμετοχή του αερόβιου ενεργειακού μηχανισμού κυμαίνεται στο 30-40% (800μ.) και στο 50-55% (1500μ.), ενώ του αναερόβιου ενεργειακού μηχανισμού στο 70-60% και 50-45% αντίστοιχα. Για τους δρόμους 5 και 10 χιλ., διάρκειας 14 και 28 λεπτών αντίστοιχα, τα ανάλογα ποσοστά είναι 80-85% και 85-90% για τον αερόβιο μηχανισμό και 20-25% και 15-10% για τον αναερόβιο μηχανισμό. Από τα παραπάνω φαίνεται ότι τα 800μ. και τα 1500μ. εξαρτώνται και από τους δύο μηχανισμούς, ενώ τα ποσοστά για τα 5 και 10 χιλ. δείχνουν μια εμφανή επικράτηση του αερόβιου μηχανισμού. Όμως ακόμα και σε αυτά τα αγωνίσματα είναι ουσιώδης η ικανότητα παραγωγής ενέργειας μέσω του αναερόβιου μηχανισμού για να ανταπεξέλθει ο αθλητής στις αλλαγές ρυθμού και στο τελικό sprint.

Με βάση λοιπόν τις φυσιολογικές απαιτήσεις των δρόμων ημιαντοχής και αντοχής γίνεται αντιληπτό ότι ο δρομέας θα πρέπει να διαθέτει φυσιολογικές και ανατομικές προϋποθέσεις απαραίτητες για την επιτυχία σε αυτά τα αγωνίσματα.

Στις ανατομικές-σωματικές προϋποθέσεις συμπεριλαμβάνονται ο σωματότυπος και το ποσοστό σωματικού λίπους. Αν και στα περισσότερα αθλήματα οι επιτυχημένοι αθλητές προέρχονται από όλα τα μεγέθη, στους δρόμους αντοχής οι επιτυχημένοι είναι αδύνατοι με χαμηλό ποσοστό σωματικού λίπους, με ποσοστά που κυμαίνονται στο 5-10% για τους άνδρες δρομείς και 9-14% για τις γυναίκες. Επίσης τα χαρακτηριστικά των τύπων των μυικών ινών (ποσοστά μυικών ινών βραδείας και ταχείας συστολής) καθορίζουν ως ένα βαθμό την επίδοση, με τους δρομείς των 5 και 10χιλ. να παρουσιάζουν μεγαλύτερα ποσοστά ινών βραδείας συστολής από τους δρομείς της ημιαντοχής.

Στις φυσιολογικές προϋποθέσεις συμπεριλαμβάνονται η ικανότητα των δρομέων για αερόβια και αναερόβια παραγωγή ενέργειας. Οι παράμετροι που καθορίζουν την αερόβια ικανότητα και σχετίζονται με την επίδοση στους δρόμους ημιαντοχής και αντοχής είναι η μέγιστη πρόσληψη οξυγόνου, το αναερόβιο ή γαλακτικό κατώφλι και η δρομική οικονομία. Η μέγιστη πρόσληψη οξυγόνου (VOmax) αντιπροσωπεύει τη μέγιστη ποσότητα οξυγόνου που ένας αθλητής μπορεί να καταναλώσει κατά τη διάρκεια άσκησης αυξανόμενης έντασης, το αναερόβιο ή γαλακτικό κατώφλι ορίζεται ως το σημείο στο οποίο το γαλακτικό οξύ αρχίζει να συσσωρεύεται πάνω από τα επίπεδα ηρεμίας κατά την ίδια άσκηση και τέλος δρομική οικονομία είναι η κατανάλωση οξυγόνου σε μια δεδομένη ταχύτητα τρεξίματος. Οι δρομείς μεσαίων και μεγάλων αποστάσεων χαρακτηρίζονται από πολύ καλές τιμές και στις τρεις αυτές παραμέτρους. Όπως φαίνεται και στο σχήμα 1, οι παράμετροι αυτοί επηρεάζονται τόσο από την απόδοση του καρδιοαναπνευστικού συστήματος (μέγιστη καρδιακή συχνότητα, όγκος παλμού) και του συστήματος μεταφοράς και κατανάλωσης οξυγόνου (δραστηριότητα αεροβίων ενζύμων, πυκνότητα τριχοειδών αγγείων), όσο και από αιματολογικούς παράγοντες (περιεκτικότητα σε αιμοσφαιρίνη). Επίσης σημαντικός παράγοντας που επηρεάζει κυρίως την αναερόβια αντοχή είναι και η κατανομή της παραγωγής ισχύος.

Η αναερόβια ικανότητα ορίζεται ως το συνολικό ποσό αναερόβιας ενέργειας που μπορεί να παραχθεί από τα μυϊκά κύτταρα σε κατάσταση έλλειψης ή χρέους οξυγόνου και είναι σημαντικότερη για τους δρομείς μεσαίων αποστάσεων από ότι για τους δρομείς μεγάλων αποστάσεων. Καθορίζεται από τις δυνατότητες των δύο αναερόβιων μηχανισμών παραγωγής ενέργειας δηλ. του συστήματος ATP-Φωσφοκρεατίνης και της αναερόβιας γλυκόλυσης. Επομένως η επίδοση στους δρόμους κυρίως των μεσαίων αποστάσεων εξαρτάται και από την ικανότητα σχηματισμού γαλακτικού οξέος, από την ικανότητα καθυστερημένης υπεροξέωσης και από την ανοχή οξέωσης ως ικανότητας για περαιτέρω μυϊκή εργασία παρά την οξέωση.

 

Σχήμα 1 : Σύνολο φυσιολογικών και μορφολογικών παραγόντων που επιδρούν στην ικανότητα απόδοσης στα αγωνίσματα αντοχής (Joyner and Coyle, 2008)

Καρολίνα Σκούρτη – Running Coach.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Asok Kumar Ghosh(2004). Anaerobic Threshold: its concept and role in endurance

sport. Malaysian Journal of Medical Sciences, 11, (1), pp 24-36

Baker J, Horton S, Nehgme R, Robertson-Wilson J, Wall M.(2003). Nurturing sport

Expertise : factors influencing the development of elite athlete. Journal of Sports Science and Medicine.2,1–9.

Daniels, J. (2005). Daniels’ Running Formula. Second editon. Indianapolis:

Benchmark Press

Costill DL (1986). Inside running ”Basic of Sports Physiology”. Champaign,IL:

Human Kinetics

Davison R, Van Someren KA, Jones AM.(2009). Physiological monitoring of

the Olympic athlete. Journal of Sports Sciences . 27(13), 1433–1442.

Jouner MJ and Coyle EF(2008) Endurance exercise performance : the physiology of

champions, J Physiol, 586, (1), pp 35-44.

Jung AP. (2003) The impact of resistance training on distance running performance.

Sports Med, 33, (7), pp 539-552.

Ζαχαρόγιαννης, Η.(1997). Ο δρομέας ημιαντοχής-αντοχής. Αθήνα: ΤΕΦΑΑ.

Κέλλης, Σ., Κοντονάσιος, Γ., Μάνου, Β., Πυλιανίδης, Θ., Σαρασλανίδης, Π.,Σούλας,

Δ. (2009). Κλασικός Αθλητισμός στην εκπαίδευση και τον αθλητισμό. Θεσαλλονίκη. Εκδόσεις «SALTO».

Κλεισούρας, Β. (2007). Ερφοφυσιολογία. Αθήνα: Ιατρικές Εκδόσεις Πασχαλίδη.

Lewontin, R. (2000) : The triple helix : Gene, organism, and environment.

Cambridge, MA : Harvard University Press

Martin, D. (1994). Προπόνηση στην Παιδική και Εφηβική ηλικία. Θεσσαλονίκη:

Εκδόσεις «SALTO».

Martin, D. Carl, K., Lehnertz, K. (1993).Εγχειρίδιο Προπονητικής. Κομοτηνή:

Αλφάβητο

Martin, D., Coe, P.. (1992).Mittel- und Langstreckentraining. Aachen: Meyer &

Meyer Verlag

Myburgh, K.H. (2003).What makes an endurance athlete world-class? Not simply a

physiological conundrum. Comparative Biochemistry and Physiology Part A, 136, 171–190

Singer, R.N. (1986). Peak Performance… and More. NewYork: Mouvement.

Τζιωρτζής, Σ. (2004). Προπονητική. Δάφνη : Artwork Publishing house.

Williams, M. H. (1989). Beyond Training: How Athletes Enhance Performance

Legally and Illegally. Champaign, IL:Leisure Press.

Wilmore, J. and Costill, D.L. (2006).Φυσιολογία της Άσκησης και του Αθλητισμού.

Αθήνα : Ιατρικές Εκδόσεις Πασχαλίδη.

Wong, T.S. (2009). A Multidisciplinary Approach to Long Distance Running. Hong

Kong Marathon Workshop

Zintl, F.(1993). Προπόνηση Αντοχής. Θεσαλλονίκη. Εκδόσεις «SALTO».

About the Author :

START TYPING AND PRESS ENTER TO SEARCH