Αξιολόγηση απόδοσης στους δρόμους αντοχής.

Αnything that can be measured can be improved”

Είναι φανερό πως για την αξιολόγηση της απόδοσης στους δρόμους μεσαίων και μεγάλων αποστάσεων ο πιο άμεσος και αντικειμενικός τρόπος είναι η αγωνιστική επίδοση των αθλητών. Η επίδοση είναι από μόνη της μια αξιολόγηση του πόσο καλά εκτελείται ένα έργο και η επιτυχία ενός προπονητικού προγράμματος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ικανοποίηση των προπονητικών στόχων που συνδέονται με αυτήν.

Για την αξιολόγηση της απόδοσης όμως κατά τη διάρκεια της προπονητικής περιόδου χρειάζεται να συλλέγουμε πληροφορίες που συγκεντρώνονται με διάφορους τρόπους μέτρησης και δοκιμασιών. Η αξιολόγηση αυτή μπορεί να εκφραστεί με υποκειμενικό ή αντικειμενικό τρόπο και βοηθά στην εξαγωγή κατάλληλων συμπερασμάτων για τη διεξαγωγή και την πορεία της προπονητικής διαδικασίας.

Η διαδικασία της αξιολόγησης συμπεριλαμβάνει έξι στάδια : 1) Την επιλογή των χαρακτηριστικών που θα μετρηθούν, 2) την επιλογή των κατάλληλων μεθόδων μέτρησης, 3) τη συλλογή των αποτελεσμάτων, 4) την ανάλυση των αποτελεσμάτων, 5) τη λήψη αποφάσεων και 6) την εφαρμογή αυτών των αποφάσεων.

Τα αποτελέσματα αυτά μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην πρόβλεψη μελλοντικών επιδόσεων, στον εντοπισμό αδυναμιών του αθλητή και στη μέτρηση της βελτίωσης του. Ταυτόχρονα βοηθούν τον προπονητή να αξιολογήσει το τρέχον προπονητικό πρόγραμμα και λειτουργούν και ως κίνητρο για τον αθλητή.

Καταρχάς. είναι σημαντικό να γίνεται καθημερινή καταγραφή κάποιων στοιχείων όπως: κατάσταση του αθλητή (σωματική υγεία, συναισθηματική κατάσταση), φυσιολογικές μετρήσεις (καρδιακή συχνότητα), προπονητικά περιεχόμενα (αντοχή, ταχύτητα, δύναμη, τεχνική), προπονητική επιβάρυνση (χιλιόμετρα, αριθμός σετ και επαναλήψεων), προπονητική ένταση (% της μέγιστης προσπάθειας, % VOmax ή καρδιακής συχνότητας), επικρατούσες συνθήκες (υγρασία, ζέστη, κρύο, αέρας) και ανταπόκρισης στην προπόνηση (στόχοι που πραγματοποιήθηκαν, HR αποκατάστασης, αίσθημα κόπωσης). Από εκεί και πέρα οι μετρήσεις που πραγματοποιούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα, είναι το μέσο συλλογής πληροφοριών βάση των οποίων αξιολογείται η τρέχουσα κατάσταση των αθλητών και διαμορφώνοναι αποφάσεις σχετικά με το σχεδιασμό της προπόνησης. Οι μετρήσεις χωρίζονται σε εργαστηριακές μετρήσεις και μετρήσεις πεδίου.

Στις μετρήσεις πεδίου συμπεριλαμβάνονται για τους δρομείς ημιαντοχής και αντοχής δρομικά test, συνήθως σε αποστάσεις διαφορετικές από τις αγωνιστικές αλλά και μικρότερες αποστάσεις όπου αξιολογείται η ταχύτητα, η αντοχή στην ταχύτητα και η αντοχή και μπορούν να διεξάγονται σε όλες τις περιόδους προετοιμασίας, ανάλογα και με το στόχο κάθε κύκλου προετοιμασίας. Οι δοκιμασίες αυτές έχουν μεγαλύτερη πρακτική αξία από τις εργαστηριακές γιατί είναι ανέξοδες και προσομοιώνουν και τις συνθήκες αγώνα.

Οι εργαστηριακές μετρήσεις προσφέρουν τη δυνατότητα μέτρησης πολλών φυσιολογικών παραμέτρων ταυτόχρονα καθώς και μεγαλύτερη ακρίβεια στη μέτρηση και στον έλεγχο των επιβαρύνσεων. Για την αξιολόγηση λοιπόν των φυσιολογικών παραμέτρων της αερόβιας ικανότητας, που έχει αποδειχθεί ότι είναι αποφασιστικής σημασίας για την απόδοση στα αγωνίσματα ημιαντοχής και αντοχής, δηλ. της μέγιστης πρόσληψης οξυγόνου (VOmax), της δρομικής οικονομίας και του αναερόβιου κατώφλιου, χρησιμοποιείται μία μέγιστη δοκιμασία αυξανόμενης έντασης μέχρι εξαντλήσεως στο δαπεδοεργόμετρο. Για τους δρομείς ημιαντοχής διεξάγονται επιπλέον και μετρήσεις για την αξιολόγηση της αναερόβιας ικανότητας (Wingate test), της εκρηκτικής δύναμης των κάτω άκρων (επιτόπιο άλμα σε δυναμοδάπεδο), και της δύναμης εκτεινόντων και καμπτήρων των κάτω άκρων (μέτρηση ισχύος αλλά και διαπίστωσης διαφορών μεταξύ αγωνιστών και ανταγωνιστών μυών για την πρόβλεψη τραυματισμών).

Τέλος η μέτρηση και παρακολούθηση του σωματικού βάρους και της σωματικής σύστασης με τη μέθοδο των δερματοπτυχών, είναι απαραίτητη στους αθλητές δρόμων μεσαίων και μεγάλεων αποστάσεων.

Ιδανικά θα πραγματοποιούσαμε τις εργαστηριακές μετρήσεις δύο με τρεις εβδομάδες μετά την έναρξη της προετοιμασίας δηλ. τον Οκτώβριο και κάθε 3 μήνες περίπου, δηλ. τον Ιανουάριο και τον Απρίλιο. Το διάστημα αυτό συμπίπτει με φυσικές αλλαγές που συμβαίνουν ανάλογα με την έμφαση κάθε μακρόκυκλου αλλά και με το αγωνιστικό πρόγραμμα των αθλητών ημιαντοχής κα αντοχής. Συγκεκριμένα, από τα μέσα Ιανουαρίου αρχίζουν οι αγώνες κλειστού στίβου καθώς και οι αγώνες ανωμάλου δρόμου και από τέλος Απριλίου ξεκινά η καλοκαιρινή αγωνιστική δραστηριότητα. Η χρονική λοιπόν στιγμή που διεξάγονται οι μετρήσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν τόσο για την πρόβλεψη των επιδόσεων όσο και για τη διόρθωση κάποιων αδυναμιών των αθλητών ενόψη των αγωνιστικών υποχρεώσεών τους.

Καρολίνα Σκούρτη – head running coach myathlete.

About the Author :

START TYPING AND PRESS ENTER TO SEARCH