Φώτης Γρηγοράτος, ο ανίκητος.

Μετά από είκοσι χρόνια σε αυτή τη δουλειά και με αφορμή τη συνέντευξη/πορτραίτο που θα διαβάσετε παρακάτω, συνειδητοποίησα ποιο είναι το δυσκολότερο πράγμα που μπορεί να σου τύχει: να κληθείς να πάρεις συνέντευξη ή να γράψεις ένα κομμάτι για έναν άνθρωπο που τον αισθάνεσαι δικό σου. Αυτό μου συνέβη εμένα με το Φώτη Γρηγοράτο, τον «κουμπάρο» μου, όπως τον αποκαλώ και με αποκαλεί, μάλλον σε μια ένδειξη πρόθεσης να συγγενέψουμε. Επειδή τον αγαπώ πολύ, δυσκολεύομαι να είμαι αντικειμενικός, αλλά και να γράψω οποιονδήποτε καλό λόγο – λες και τον χρειάζεται ο ίδιος. Το πιο σημαντικό μετά από αυτή μας τη συνάντηση για συνέντευξη με το Φώτη είναι ένα: αν ποτέ αποφασίσω να προχωρήσω στο απονενοημένο διάβημα (το γάμο ντε…) – να τον έχει ο θεός της Κεφαλλονιάς καλά – θα κουμπαριάσουμε. Και έτσι, οι προσφωνήσεις θα αποκτήσουν και την τυπική τους διάσταση, μιας και σε επίπεδο καρδιάς είμαστε κουμπάροι από καιρό.

Ο Φώτης Γρηγοράτος γεννήθηκε το 1949 στην Πάτρα και κατάγεται από το νησί της Κεφαλλονιάς, όπως προδίδει και η κατάληξη του επιθέτου του. Είναι ένα από τα δεκατέσσερα (14) παιδιά των γονιών του. Από μικρός ασχολήθηκε με τον αθλητισμό και σε ηλικία 12 ετών έπαιζε ποδόσφαιρο στην Παναχαϊκή Πατρών. Επειδή, όπως ο ίδιος γλαφυρά περιγράφει, «ήταν άμπαλος» γρήγορα τον μάγεψε η πυγμαχία, με την οποία ήδη ασχολείτο ο μεγαλύτερος αδερφός του, ο Νίκος στο σύλλογο της Ένωσης Αθλοπαιδειών Πάτρας. Η αντίρρηση του αδερφού του στην ενασχόλησή του με την πυγμαχία τον οδηγεί στο αντίστοιχο (και αντίπαλο) πυγμαχικό τμήμα της Παναχαϊκής. Εκεί πυγμάχησε από τα 14 ως τα 23 του χρόνια. Μεγαλώνοντας βγήκε τέσσερις (4) φορές πανελληνιονίκης στις κατηγορίες από 51 ως 63.5 κιλών. Από τα 17 του, και μέχρι που σταμάτησε, ήταν μέλος της Εθνικής Ομάδας. Την τελευταία του χρονιά στην πυγμαχία, φόρεσε τα χρώματα της ΑΕΚ, χωρίς ποτέ να γίνει Αεκτζής, αλλά τιμώντας τα χρώματα που τον φιλοξένησαν όταν όλες οι άλλες πόρτες ήταν κλειστές, και κέρδισε το πανελλήνιο πρωτάθλημα στην κατηγορία των 63.5 κιλών.

Η καριέρα του Φώτη Γρηγοράτου στην πυγμαχία έληξε πρόωρα και χωρίς τη θέλησή του. Για λόγους που δεν έχουν και τόση μεγάλη σημασία, μετά από σχεδόν πενήντα χρόνια, ο πρωταθλητής Ελλάδος εκείνης της χρονιάς αποχώρησε αδίκως και οικειοθελώς ως ανεπιθύμητος ενός προβληματικού συστήματος, αφού προηγουμένως είχε φροντίσει να αποδείξει την αξία του κατακτώντας το πρωτάθλημα με τα χρώματα της ΑΕΚ. Η ΑΕΚ ήταν η μοναδική που τον δέχτηκε στην ομάδα της εκείνη τη χρονιά, μιας και ήταν στιγματισμένος επειδή διαμαρτυρήθηκε για την διαφορετική μεταχείριση που έδειχνε η ομοσπονδία στους αθλητές του κέντρου έναντι εκείνων της επαρχίας. Με μια «κινηματογραφική» συμπεριφορά, ο Φώτης κατέβηκε, πήρε το πρωτάθλημα και αποχαιρέτησε δια παντός το αγαπημένο του άθλημα, στα «ντουζένια» του, νικητής και υπερήφανος.

 

Το 1993 θα συμβεί ένα περιστατικό που θα του αλλάξει τη ζωή. Ένα τροχαίο ατύχημα θα τον καθηλώσει προσωρινά στο κρεβάτι. Σε πείσμα όλων των διαγνώσεων και με απέραντη προσωπική δουλειά και άσκηση, ο Φώτης θα ξανασηκωθεί στα πόδια του κάνοντας τους γιατρούς να μην πιστεύουν στα μάτια τους. Η γερή του κράση, το κεφαλλονίτικο πείσμα, η παροιμιώδης αντοχή του στους πόνους (που έβρισκαν αφετηρία στην πυγμαχική του πορεία) και το γυμνασμένο του σώμα αποτέλεσαν τα βασικά συστατικά της προσπάθειάς του για ανάρρωση. Θυμάται: «μέσα από τον αθλητισμό, μέσα από την προπόνηση, μέσα από την προσπάθεια, ήξερα τους μυς. Στην εθνική ομάδα ήμουν, δεν ήμουν κανένας περαστικός από κανένα γυμναστήριο. Ήξερα, λοιπόν, ποιους μυς έπρεπε να γυμνάσω. Και θυμόμουν καλά όσα μας έλεγε ο προπονητής της εθνικής ομάδας, που ήταν Γιουγκοσλάβος. Χρησιμοποίησα, λοιπόν, όλη αυτή τη γνώση – και όσα θυμόμουν από τον πρώτο μου δάσκαλο στην Πάτρα, το Μαυρόπουλο – και έκανα θεραπεία μόνος μου». Σύντομα, ο Φώτης ήταν και πάλι όρθιος και δυνατός. Στην τιτάνια προσπάθειά του για επάνοδο παρατήρησε, ψηλάφισε, θεράπευσε και φρόντισε ο ίδιος το σώμα του την ώρα που όλοι τον «έσπρωχναν» να κάνει χειρουργείο. Τελικά, όχι μόνο το απέφυγε, όχι μόνο το ξεπέρασε ολομόναχος, αλλά άρχισε να τον μαγεύει η τέχνη του μασάζ, της αθλητικής μάλαξης για να το πούμε ορθότερα. Πάλι μόνος του παρατηρεί, συγκρίνει και τελικά εφαρμόζει μια δική του τεχνική στο αθλητικό μασάζ. Όλα αυτά στο περιβάλλον του κλειστού γυμναστηρίου Βούλας, όπου εργάζεται και βλέπει καθημερινά να παρελαύνουν αθλητές με τους μασέρ τους. Σύντομα αρχίζει να προσφέρεται ο ίδιος να τους κάνει μασάζ και κερδίζει πόντους με την αποτελεσματικότητα και τη διαφορετικότητά του. Η μέθοδος αυτή, που στηρίζεται στα δάχτυλα και όχι στην παλάμη, σήμερα αναγνωρίζεται με το όνομα «Σιτόφ».

 

Λίγο αργότερα, ο Φώτης θυμάται ότι πάντοτε λειτουργούσε καλύτερα όταν είχε προπονητή και όταν – στο αθλητικό κομμάτι – έπαιρνε επαγγελματικές κατευθύνσεις. Άλλωστε, ακολουθώντας το ασκησιολόγιο του Γιουγκοσλάβου προπονητή πυγμαχίας σε ατελείωτες ώρες προσωπικής δουλειάς και πίεσης, κατάφερε να ξανασταθεί στα πόδια του. Αυτός ο Γιουγκοσλάβος προπονητής είχε εντάξει στην προπόνηση της πυγμαχίας και το τρέξιμο. Όπως θυμάται ο Φώτης: «ο προπονητής αυτός μας έβαζε και τρέχαμε στο Καραϊσκάκη μέσα. Δε μας έκανε μόνο γύρω – γύρω. Κάναμε και διαλειμματικές. Χιλιάρια, διχίλιαρα, αλλά και διακοσάρια. Και συνεχόμενα. Κάναμε πολύ τρέξιμο για την αντοχή μας και μου είχε μείνει αυτό». Έτσι, έψαξε, ρώτησε, έμαθε και πήγε και βρήκε στον Άγιο Κοσμά ένα νεαρό φοιτητή της γυμναστικής ακαδημίας που είχε τη «λόξα» να γίνει προπονητής και τότε έκανε την πρακτική του και του ζήτησε να τον προπονήσει. Ο νεαρός αυτός φοιτητής, που αργότερα έγινε ομοσπονδιακός προπονητής στα αγωνίσματα αντοχής, δεν ήταν άλλος από το Νίκο Δημητριάδη που από μικρός «ξημεροβραδιαζόταν» στα ταρτάν και τα γήπεδα. Η συνεργασία τους απέφερε πολλά και καλά αποτελέσματα με αποκορύφωμα ένα πανελλήνιο ρεκόρ το 2000 στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, στα 1500μ στον κλειστό στίβο και στην κατηγορία 50-54 ετών. Με παπούτσια λινά, του βόλεϋ μάλιστα(!). Ένα πανελλήνιο ρεκόρ που στέκει ακατάρριπτο ακόμα. Δυο χρόνια νωρίτερα (1998), ο Φώτης «είχε δείξει τα δόντια του» στο Καυτατζόγλειο Στάδιο κερδίζοντας και πάλι το πανελλήνιο πρωτάθλημα στην τότε κατηγορία του (45-49) με τη δεύτερη καλύτερη επίδοση της χρονιάς. Στο ξεκίνημα της συνεργασίας του με το Νίκο Δημητριάδη, ο Φώτης επιχείρησε την απόσταση του μαραθωνίου. Κατάφερε να τρέξει την απόσταση σε 3 ώρες και 20 λεπτά, στο πανελλήνιο πρωτάθλημα που έγινε στο Αγρίνιο, αλλά σε εκείνο το σημείο συναποφάσισαν ότι δεν του ταιριάζουν οι μεγάλες αποστάσεις. Έτσι, το γύρισαν σε 800άρια, 1500άρια και 5000άρια, τα οποία έτρεχε ο Φώτης από παλιά, με τα αποτελέσματα να δικαιώνουν την απόφασή τους.

Το 2001 ο Φώτης έχει ένα δεύτερο τροχαίο ατύχημα που επίσης θα τον «αφήσει πίσω» για ένα διάστημα. Σώζεται από θαύμα. Με τη βοήθεια της οικογένειάς του και του Νίκου Δημητριάδη, όπως λέει και ο ίδιος, θα σταθεί και πάλι στα πόδια του. Σήμερα ο Φώτης είναι βασικός συνεργάτης του myathlete. Από τα χέρια του περνάνε οι περισσότεροι αθλητές και αθλούμενοι του myathlete. Όλοι μιλούν για τον αγαπημένο τους «τύραννο» που τους βοηθά να ξεπερνούν κάθε μικροτραυματισμό και κάθε ενόχληση με τα μαγικά του χέρια. Παράλληλα, έχει μετατραπεί σε αστικό μύθο, καθώς αν το googleάρετε το όνομα «Φώτης Γρηγοράτος» θα βρείτε καταχωρήσεις χιουμοριστικές που συγκρίνουν το μασάζ του με τα βασανιστήρια που γίνονταν στα κρατητήρια της Χούντας. Ο ίδιος συνεχίζει μονίμως χαμογελαστός και ακούραστος να εξασκεί την αγαπημένη του τέχνη, «φορτώνοντας» παραμύθια και ιστορίες φανταστικές κάθε ανυποψίαστο πελάτη που μετά από λίγες επισκέψεις νιώθει «σαν στο σπίτι του» κυριολεκτικά.

Τι είναι, όμως, για το Φώτη το τρέξιμο σήμερα; «Για κάποια χρόνια είχα σταματήσει. Τώρα, όμως, έχω «ξαναμπεί». Το τρέξιμο είναι η ζωή μου. Κάθε μέρα που ξυπνάω για να πάω στη δουλειά, σκέφτομαι πότε θα έρθει η Κυριακή για να πάω να τρέξω». Και στο δίλημμα: τρέξιμο ή πυγμαχία, τι απαντάει σήμερα: «Τρέξιμο. Στην πυγμαχία πέρασα δύσκολα χρόνια. Κάποια όμορφα πράγματα στην αρχή, αλλά δύσκολα στη συνέχεια. Για μένα ένα πράγμα είναι το ουσιώδες: μεζούρα και χρονόμετρο. Τη μεζούρα και το χρονόμετρο δεν μπορεί να τα κλέψει κανείς. Ακόμα και να μετράει ένας κριτής και να θέλει να σε κλέψει, υπάρχει και η κάμερα και το photo finish. Ενώ στην πυγμαχία, τα σημεία, ο νικητής και ο χαμένος κρίνονται υποκειμενικά. Μεζούρα και χρονόμετρο, λοιπόν. Τρέξιμο για μένα».

 Κλείνοντας το παρόν κείμενο/πορτραίτο ενός αγαπημένου μου ανθρώπου, θυμάμαι κάτι που έγραψε κάποτε ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος, ο συγγραφέας: αν θες να γράψεις την αυτοβιογραφία σου, να το κάνεις μόνο αν έχεις ζήσει μια ζωή ξεχωριστή, μια ζωή διαφορετική, μια ζωή συγκινητική. Και η ζωή του Φώτη του Γρηγοράτου, του κουμπάρου μου, είναι μια τέτοια ζωή. Μια ζωή που δεν χωράει σε ένα απλό κείμενο 1500 λέξεων. Χωράει, όμως, στις καρδιές και στις μνήμες όλων όσων γνώρισαν κάποτε τον κυρ Φώτη. Που είναι κουμπάρος δικός μου και πολλών άλλων, νονός του Χάρη και πολλών άλλων και ας μη με έχει παντρέψει (ακόμα), ούτε εμένα ούτε τους πολλούς άλλους και ας μην έχει βαφτίσει το Χάρη, ούτε τους πολλούς άλλους.

Κουμπάρε μου, τα σέβη μου. Ο θεός της Κεφαλλονιάς να σε έχει γερό.

Γιώργος Μυζάλης – υπεύθυνος επικοινωνίας myathlete.

About the Author :

START TYPING AND PRESS ENTER TO SEARCH